
Η Αμερική γκρεμίζει τη διεθνή τάξη που η ίδια δημιούργησε
Μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα για τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεται. Στις 16 Αυγούστου ανακοίνωσε σημαντική μείωση των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα. Τρεις ημέρες αργότερα ανακοίνωσε την επιχείρηση «Οικονομικός Αποκλεισμός» εναντίον του Ιράν, με στόχο, όπως είπε, να «κόψει τις οικονομικές γραμμές ζωής» του καθεστώτος. Στις 21 Αυγούστου κατέρρευσαν οι εμπορικές διαπραγματεύσεις με τον Καναδά, ενώ στις 28 Αυγούστου ο αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε μια συμφωνία για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας που χαρακτήρισε τη μεγαλύτερη στην Ιστορία.
Οπως σχολιάζει ο Μάρτιν Γουλφ στους Financial Times, δεν είναι τόσο οι επιμέρους κινήσεις που προκαλούν έκπληξη όσο η εικόνα που σχηματίζουν όλες μαζί. Ο Τραμπ φαίνεται να αντιλαμβάνεται έναν κόσμο στον οποίον οι ΗΠΑ δεν έχουν συμμάχους αλλά δορυφόρους· όπου μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, όποτε το θέλουν και απέναντι σε όποιον θέλουν· όπου η ισχύς είναι το μόνο πραγματικό νόμισμα και η αμερικανική ισχύς συγκεντρώνεται στα χέρια ενός ανθρώπου.
Ο αρθρογράφος των FT υποστηρίζει ότι αυτή η αντίληψη δεν χαρακτήριζε πάντα την Αμερική. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφει, η Ουάσινγκτον επιχείρησε κάτι εντελώς διαφορετικό: να οικοδομήσει έναν ελεύθερο κόσμο μέσα από το χάος, χωρίς να καταστρέψει τις υπόλοιπες χώρες στην προσπάθεια.
Ο Ντιν Ατσεσον, υπουργός Εξωτερικών του Χάρι Τρούμαν, περιέγραψε αργότερα αυτή την προσπάθεια στα απομνημονεύματά του. Οι πρωταγωνιστές της, έγραφε, ήταν ο αμερικανικός λαός, ο πρόεδρος Τρούμαν και ο στρατηγός Μάρσαλ. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας διεθνούς τάξης που, παρά τις αποτυχίες της, συνέβαλε τελικά στη νίκη του δυτικού κόσμου στον Ψυχρό Πόλεμο, στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και στην ελπίδα για ειρήνη και ευημερία.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Γουλφ, ο Τραμπ δεν δημιούργησε τον άναρχο κόσμο στον οποίο ζούμε. Είναι όμως ο άνθρωπος που επιταχύνει την αποσύνθεση της τάξης που οικοδομήθηκε μετά το 1945. Και οι τέσσερις πρόσφατες κινήσεις του το δείχνουν ξεκάθαρα.
Η περίπτωση της Κορέας είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Ο πόλεμος ξεκίνησε το 1950, όταν η Βόρεια Κορέα εισέβαλε στη Νότια. Περίπου πέντε εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και οι ΗΠΑ έχασαν περίπου 37.000 στρατιώτες. Η σημερινή κατάσταση δεν αποτελεί ειρήνη αλλά μια μακρόχρονη ανακωχή.
Ο Τραμπ δικαιολογεί τη μείωση των στρατιωτικών ασκήσεων επικαλούμενος την «πολύ καλή σχέση» του με τον Κιμ Γιονγκ Ουν, τον κληρονομικό ηγέτη ενός από τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα στον κόσμο. Απέναντι βρίσκεται η Νότια Κορέα, μια δημοκρατία που αποτελεί προϊόν ενός από τα μεγαλύτερα οικονομικά θαύματα και αξιολογείται πλέον από τη Freedom House υψηλότερα από τις ίδιες τις ΗΠΑ ως προς την ποιότητα της δημοκρατίας της. Οι στρατιωτικές ασκήσεις δεν προκάλεσαν ποτέ πόλεμο. Η εγκατάλειψή τους, όμως, θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερο κίνδυνο.
Ανάλογη είναι η λογική του Τραμπ απέναντι στον Καναδά. Οι Financial Times περιγράφουν μια πολιτική που βασίζεται στην πεποίθηση ότι το εμπορικό πλεόνασμα είναι μορφή επιθετικότητας, ότι οι αλλαγές στην εμπορική πολιτική δεν έχουν κόστος και, κυρίως, ότι ο Καναδάς δεν αντιμετωπίζεται ως απολύτως κυρίαρχος εταίρος.
Αυτή η αντίληψη, επισημαίνει ο Γούλφ, βρίσκεται στον αντίποδα όσων δημιούργησε η κυβέρνηση Τρούμαν: το Σχέδιο Μάρσαλ και τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου. Για τον Τραμπ, τέτοιες πολυμερείς συμφωνίες μοιάζουν με ιδεαλιστικές αυταπάτες. Το αποτέλεσμα είναι χάος. Και, όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος των FT, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο εμπορικός πόλεμος με τον Καναδά θα πετύχει. Είναι αν μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πρώην φίλους και γείτονες.
Η ίδια λογική συνεχίζεται στο Ιράν. Η νέα φάση του πολέμου έχει αφήσει ανοιχτό το ερώτημα για το τι θα ακολουθήσει, ενώ η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ παραμένει αβέβαιη. Ο Γουλφ θεωρεί απίθανο η επιχείρηση «Οικονομικός Αποκλεισμός» να αλλάξει την κατάσταση. Το ιρανικό καθεστώς έχει ήδη επιβιώσει από μακρόχρονη εχθρότητα και τώρα από πόλεμο, οι ηγέτες του γνωρίζουν τι τους περιμένει αν χάσουν την εξουσία και η προηγούμενη πολιτική «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ, μετά την αποχώρηση από τη συμφωνία για τα πυρηνικά το 2018, δεν πέτυχε τον στόχο της. Επιπλέον, η Κίνα είναι πιθανό να εμποδίσει την αποτελεσματικότητα της νέας πίεσης.
Και έπειτα υπάρχει η Βενεζουέλα. Η συμφωνία για τον έλεγχο του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας θυμίζει, σύμφωνα με τους FT, αποικιοκρατία του 19ου αιώνα. Η φυλάκιση του Νικολάς Μαδούρο μπορεί να ικανοποιεί πολλούς Βενεζουελάνους, όμως αυτό που θα περίμεναν είναι η ανατροπή της δικτατορίας, όχι η αντικατάστασή της από έναν νέο ξένο κυρίαρχο με τον έλεγχο του πετρελαίου.
Ακόμη και για τις ΗΠΑ, όμως, το εγχείρημα δεν είναι βέβαιο ότι θα λειτουργήσει. Ποιος θα εγγυηθεί την ασφάλεια των ιδιωτών επενδυτών;
Οπως καταλήγει ο Γουλφ στους FT, είναι μάταιο να αναζητήσει κανείς στη σημερινή αμερικανική πολιτική μια συνεκτική ιδέα. Δεν πρόκειται καν για επιστροφή στον κλασικό ρεαλισμό. Είναι, περισσότερο, το αντίθετο από όσα οικοδομήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Κάποτε ο Ατσεσον έγραψε για μια Αμερική που ήταν «παρούσα στη δημιουργία» ενός νέου κόσμου. Σήμερα, ο Γουλφ προτείνει μια πολύ πιο σκοτεινή εικόνα: είμαστε όλοι «μάρτυρες της καταστροφής του κόσμου αυτού». Και αυτή, κατά τη γνώμη του, είναι η κληρονομιά που ο Τραμπ αφήνει στον κόσμο.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-03 19:48:00
