Αθλητικά

Αναμνήσεις από τον «καπετάνιο» του Παναθηναϊκού

Εμφανίστηκε στο ποδόσφαιρο ξαφνικά, όπως ξαφνικά αποχώρησε σχεδόν 21 χρόνια μετά. Ανέλαβε το τιμόνι του Παναθηναϊκού τον Ιούλιο του 1979, όταν οι ερασιτεχνικοί σύλλογοι μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες. Οχι ύστερα από μια χαμένη παρτίδα τάβλι με τον Σταύρο Νταϊφά, όπως λέει ο αστικός μύθος, αλλά επειδή ήταν η κατάλληλη στιγμή. Υπήρξε οπαδός της ομάδας από τα σχολικά του χρόνια, όπως είχε τονίσει στην τελευταία του τηλεοπτική συνέντευξη, στον Σταύρο Θεοδωράκη, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του.

Η φιγούρα του ήταν γνώριμη στις εξέδρες της Λεωφόρου πολύ πριν η οικογένειά του αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ΠΑΕ. Δεν περνούσε απαρατήρητος ούτε ως απλός φίλαθλος. Συχνά τον έβλεπαν στον αγωνιστικό χώρο να πανηγυρίζει κάποια μεγάλη νίκη του «Τριφυλλιού». Οπως στον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών εναντίον του Ερυθρού Αστέρα το 1971, όταν σήκωσε στους ώμους του παίκτες του Παναθηναϊκού στον γύρο του θριάμβου.

Δεν αγαπούσε μόνο τον ποδοσφαιρικό Παναθηναϊκό. Οποιος αναζητήσει στο YouTube τις περίφημες βολές του Απόστολου Κόντου στον αγώνα με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας το 1981 στον «Τάφο του Ινδού», θα δει έναν κύριο με κοστούμι που, μετά το δεύτερο καλάθι, εισβάλλει στο τερέν πανηγυρίζοντας. Ηταν ο Γιώργος Βαρδινογιάννης.

Είχε συχνή παρουσία στην εξέδρα και μετά την αποχώρησή του από την ιδιοκτησία της ΠΑΕ, ακόμη και σε παιχνίδια που δεν είχαν ιδιαίτερη βαθμολογική σημασία. Η τελευταία φορά που εμφανίστηκε στο γήπεδο ήταν στο ματς εναντίον του ΠΑΟΚ, στις 17 Μαΐου. Πέντε μήνες πριν φύγει από τη ζωή, την Παρασκευή 16/10, στα 90 του χρόνια.

Στο γήπεδο, και πάντα με ένα τσιγάρο στα χείλη (Ιntime/ΜΑΚΡΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ)

Η διαδρομή του στο ποδόσφαιρο υπήρξε θυελλώδης, ασορτί με τον εκρηκτικό του χαρακτήρα. Οι παρορμήσεις του έγραψαν Ιστορία. Οπως τότε που σκαρφάλωσε στα κάγκελα της Θύρας 13 για να συνετίσει τους οργανωμένους οπαδούς της ομάδας του. Αλλά και εκτός έδρας. Ακολουθούσε τον Παναθηναϊκό παντού, ακόμη και σε γήπεδα πολύ εχθρικά για εκείνον, στα οποία η προσωπική του φρουρά θα ήταν αδύνατο να τον προστατεύσει σε περίπτωση που το πλήθος εκινείτο εναντίον του με άγριες διαθέσεις.


Το 2002, ως πρώην πρόεδρος πλέον, πήγε να παρακολουθήσει ένα φιλικό ματς του ΟΦΗ με την Εσπανιόλ στο «Γεντί Κουλέ», που… έβραζε εναντίον του. Οι κρητικοί φίλαθλοι δεν είχαν ξεχάσει ότι τη δεκαετία του 1980 και στις αρχές της επόμενης, τότε που στην ομάδα τους έκανε κουμάντο ο αδελφός του Θόδωρος, οι καλύτεροι παίκτες του ΟΦΗ έφευγαν με μεταγραφή στον Παναθηναϊκό. Τον αποδοκίμασαν με ύβρεις και συνθήματα. Λίγο καιρό αργότερα ο «Καπετάνιος», όχι μόνο τόλμησε να εμφανιστεί ξανά σε αυτό το γήπεδο, σε αγώνα πρωταθλήματος (ΟΦΗ – ΠΑΟΚ), αλλά και πήγε να καθίσει στη «Θύρα 4» των οργανωμένων οπαδών του ΟΦΗ.

Η «Ελευθεροτυπία» είχε δημοσιεύσει φωτογραφία από αυτή την… κουζουλάδα, μαζί με τον εξής διάλογο:



Οπαδοί: Γιατί όταν ήσουν πρόεδρος του Παναθηναϊκού μάς έπαιρνες τους παίκτες;

Γ.Β: Σας έπαιρνα έναν, αλλά σας έδινα πολύ περισσότερους. Δεν το θυμάστε;


Οπαδοί: Γιατί δεν έρχεσαι τώρα πρόεδρος στον ΟΦΗ; Ελα και θα σου στήσουμε άγαλμα στο κέντρο του Ηρακλείου.

Γ.Β: Εγώ, παιδιά, τα έχω παρατήσει. Οπότε…

Αποχώρησε από το γήπεδο λίγο πριν τελειώσει το παιχνίδι, καθώς ο ΠΑΟΚ προηγείτο στο σκορ με 3-0, εν μέσω επευφημιών. Οι ίδιοι άνθρωποι που τον είχαν αποδοκιμάσει τον χειροκροτούσαν.

Ηταν απρόβλεπτος άνθρωπος σε όλα του. Τον Απρίλιο του 1994 πρωταγωνίστησε σε μια άλλη απίθανη ιστορία. Ο Παναθηναϊκός είχε κατακτήσει το Κύπελλο Ελλάδος νικώντας στον τελικό την ΑΕΚ στα πέναλτι και το ίδιο βράδυ η ομάδα πήγε στα μπουζούκια για να το γιορτάσει. Στον «Στράτο». Κάποια στιγμή ο Γιάννης Βογιατζής, ένθερμος υποστηρικτής του Παναθηναϊκού, τραγούδησε τη «Θάλασσα του Πειραιά» – ήταν στο ρεπερτόριο του μαγαζιού. «Περαία μου, Περαία μου με τον Σαρωνικό σου, που έχεις για καμάρι σου…». Δεν του έβγαινε η συνέχεια του στίχου. Τότε ο Βαρδινογιάννης ανέβηκε στην πίστα, πήρε ένα μικρόφωνο και συμπλήρωνε: «… τον Ολυμπιακό σου». Ξανά και ξανά.

Με τον Πολωνό Κριστόφ Βαζέχα, μεγάλο αστέρι του Παναθηναϊκού της δεκαετίας του 1990, στη Λεωφόρο (Ιntime/ΜΑΚΡΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ)

Η Ιστορία του ποδοσφαίρου θα γράψει ότι επί των ημερών του ο Παναθηναϊκός έγινε Panathinaikos. Μετά το «Γουέμπλεϊ» (1971) ο σύλλογος είχε εξαφανιστεί από την ευρωπαϊκή σκηνή. Στα 13 επόμενα χρόνια πανηγύρισε μόνο μία πρόκριση: επί της αδύναμης Φλοριάνα από τη Μάλτα. Με πρόεδρο τον Βαρδινογιάννη έφτασε δύο φορές στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών/Τσάμπιονς Λιγκ και στους «8» του Κυπέλλου UEFA αποκλείοντας, μεταξύ άλλων, τη Γιουβέντους σε διπλή αναμέτρηση. Εγινε η πιο αναγνωρίσιμη ελληνική ομάδα στο εξωτερικό.

Αυτό ήταν το όραμα του «Καπετάνιου». Να κτίσει τον σύλλογο πάνω σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Επένδυσε σε ένα υπερσύγχρονο προπονητικό κέντρο –το πρώτο στην Ελλάδα– που εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβριο του 1981 και στις ποδοσφαιρικές ακαδημίες, από τις οποίες αναδείχθηκαν σπουδαίοι παίκτες. Κάποιοι από αυτούς αποτέλεσαν τη «ραχοκοκαλιά» της Εθνικής μας ομάδας που θριάμβευσε στο Euro 2004. Αλλά ακόμη και στα περήφανα χρόνια υπήρχαν και οι αντι-βαρδινογιαννικοί. Σημαντική μερίδα οπαδών του Παναθηναϊκού μεγάλωσαν με τον καημό ότι δεν είδαν ποτέ τον Παύλο Γιαννακόπουλο στο τιμόνι της ΠΑΕ.

Τι του καταλογίζουν; Οτι ως «παντοκράτορας» του ελληνικού ποδοσφαίρου στο μεγαλύτερο μέρος των 21 χρόνων του στην προεδρία της ΠΑΕ, έπρεπε να χαρίσει στον Παναθηναϊκό πολύ περισσότερους από τους έξι τίτλους πρωταθλήματος που κατέκτησε. Οτι δεν εκμεταλλεύθηκε την παντοδυναμία του για να του φτιάξει ένα σύγχρονο, ιδιόκτητο γήπεδο. Οτι ακόμη και τις εγκαταστάσεις της Παιανίας δεν τις «έγραψε» στον σύλλογο, αλλά στο όνομά του. Οτι νικήθηκε στο παρασκήνιο από τον Σωκράτη Κόκκαλη. «Θα φυλακίσω το πρωτάθλημα στην Παιανία», είχε δηλώσει το καλοκαίρι του 1996, όμως ακολούθησαν επτά σερί τίτλοι του Ολυμπιακού. Οτι άφησε να διαλυθεί η ομάδα του Ρότσα που έφτασε στους «4» της Ευρώπης και να χαθούν παίκτες όπως ο Σαραβάκος και ο Μπορέλι.

Ο Δημήτρης Σαραβάκος, επιθετικός-σύμβολο της Χρυσής Εποχής του Παναθηναϊκού, δέχεται το χάδι του προέδρου (Ιntime/ΜΑΚΡΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ)

Τον είπαν και «Καβούρια». Εφερε στον Παναθηναϊκό μεγάλους παίκτες, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα ακολούθησε σφιχτή οικονομική πολιτική. Πίστευε πως η σπατάλη υπέρογκων ποσών για μεταγραφές συνιστούσε κοινωνική πρόκληση, αλλά και ότι τα παχυλά συμβόλαια δεν εξασφαλίζουν την επιτυχία. Εχουν μείνει αξέχαστες οι «ατάκες» του, «οι ομάδες κτίζονται, δεν αγοράζονται» και «το μοναστήρι να ‘ναι καλά». Στην τελευταία του συνέντευξη δεν έκρυψε ότι τις μεταγραφές τις χειριζόταν εκείνος γιατί απεχθανόταν τους ατζέντηδες. Επίσης, ότι συζητούσε με τους προπονητές του για τη σύνθεση της ομάδας.

Στις 25 Μαΐου 2000, χαμογελαστός, κομψός όπως πάντα και με το τσιγάρο στο χέρι όπως πάντα, εμφανίστηκε στην αίθουσα Τύπου της Παιανίας για να ανακοινώσει αυτό που πολλοί ψυχανεμίζονταν. «Αυτή είναι η τελευταία μας συνάντηση. Αρκετά σας κούρασα τόσα χρόνια. Οπως ήρθαν τα πράγματα, έπρεπε είτε να συμβιβαστώ είτε να αποχωρήσω. Δεν κάνω συμβιβασμούς. Δεν είχα στόχο την κατάκτηση τροπαίων με οιονδήποτε τρόπο…», είπε μεταξύ άλλων.

Εκλεισε ένα τεράστιο κεφάλαιο της Ιστορίας του Παναθηναϊκού και του ελληνικού ποδοσφαίρου με μια μαντινάδα: «Ποτέ σου μην ξεχνάς τα πρώτα σκαλοπάτια, γιατί μ’ αυτά ανέβηκες εις τα ψηλά παλάτια». Σηκώθηκε από το πάνελ, χαιρέτησε βιαστικά, έβαλε τα μαύρα γυαλιά του (μάλλον για να κρύψει τη συγκίνησή του), μπήκε στην απαστράπτουσα Mercedes του και εξαφανίστηκε.

Είχε δώσει μια υπόσχεση: ότι θα έγραφε τα απομνημονεύματά του. Δυστυχώς δεν την τήρησε. Θα ήταν ένα πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο για εκείνη την πολύ διαφορετική εποχή των γηπέδων.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-18 16:34:00

Back to top button