
Η Ρωσία σχεδίαζε να εξοπλίσει το Ιράν με προηγμένα πυραυλικά συστήματα
Την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδιαμορφώνει τις γεωπολιτικές ισορροπίες και η Ουάσινγκτον εξετάζει τις επόμενες κινήσεις της απέναντι στο Ιράν, νέα στοιχεία έρχονται να φωτίσουν μια λιγότερο ορατή πτυχή της σύγκρουσης: τη στρατιωτική συνεργασία Μόσχας-Τεχεράνης.
Εγγραφα της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας που διέρρευσαν αποκαλύπτουν ότι η Ρωσία είχε προγραμματίσει την προμήθεια του Ιράν με 90 εκτοξευτές προηγμένων κατευθυνόμενων πυραύλων, σε μια συμφωνία που αναδεικνύει το εύρος των στρατιωτικών δεσμών των δύο χωρών.
Παρότι δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι ο εξοπλισμός παραδόθηκε τελικά, τα έγγραφα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούν για τη ρωσική υποστήριξη προς την Τεχεράνη, ενώ το Κρεμλίνο επιχειρεί να διατηρήσει τις ισορροπίες στις σχέσεις του με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Τι αποκαλύπτουν τα έγγραφα
Σύμφωνα με δημοσίευμα του βρετανικού Guardian, η Ρωσία είχε συμφωνήσει να προμηθεύσει το Ιράν με 90 εκτοξευτές πυραύλων LMUR, ενός προηγμένου κατευθυνόμενου οπλικού συστήματος που εκτοξεύεται από μαχητικά ελικόπτερα.
Οι συγκεκριμένοι πύραυλοι έχουν χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις εναντίον ουκρανικών στόχων μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Τα έγγραφα εξασφάλισε η Dallas Analytics, ιδιωτική ουκρανική εταιρεία πληροφοριών, η οποία τα διαβίβασε στον Guardian.
Στο επίκεντρο των αποκαλύψεων βρίσκεται ένα πρόγραμμα παραγωγής που καταρτίστηκε τον Μάιο του 2024 από τη Vympel, μια από τις σημαντικότερες ρωσικές εταιρείες σχεδιασμού πυραύλων και συστημάτων εκτόξευσης.
Το συγκεκριμένο έγγραφο περιλαμβάνει παραγγελία για 90 εκτοξευτές, στο πλαίσιο εξαγωγικής σύμβασης με την κωδική ονομασία «K-10», με τις παραδόσεις να έχουν προγραμματιστεί από τα τέλη του 2024 έως τον Δεκέμβριο του 2025.
Ξεχωριστά εσωτερικά έγγραφα ταυτοποιούν ρητά το Ιράν ως τον αποδέκτη της σύμβασης «K-10». Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιώδης διευκρίνιση: τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριώνουν τον σχεδιασμό της προμήθειας, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι οι 90 εκτοξευτές παραδόθηκαν τελικά στην Τεχεράνη.
Σύμφωνα, πάντα, με τον Guardian, η αξιοπιστία των καταγραφών ενισχύεται από ένα άλλο πρόγραμμα παραγωγής που περιλαμβάνεται στα ίδια αρχεία και αφορά έξι εκπαιδευτικά αεροσκάφη Yak-130, τα οποία προορίζονταν για το Ιράν το 2023. Οι σχετικές καταχωρίσεις συμφωνούν με δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες για τις παραδόσεις των συγκεκριμένων αεροσκαφών.
Η ρωσική στήριξη στο Ιράν και οι διαφορετικές εκτιμήσεις Ουάσινγκτον και Ευρώπης
Οι αποκαλύψεις έρχονται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρονική στιγμή, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τα επόμενα βήματά της στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένως επιχειρήσει να υποβαθμίσει την έκταση της ρωσικής υποστήριξης προς την Τεχεράνη. Τον προηγούμενο μήνα είχε υποστηρίξει ότι η Ρωσία κάνει «πολύ λίγα, αν κάνει οτιδήποτε» για να βοηθήσει το Ιράν, εξηγώντας ότι δεν επιθυμεί να απομακρύνει τη Μόσχα από τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών. Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ευρήματα που επικαλείται το βρετανικό Μέσο, η Ρωσία έχει παράσχει στο Ιράν κρίσιμα δεδομένα και δορυφορικές εικόνες, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη στοχοποίηση αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, ευρωπαϊκές υπηρεσίες έχουν προειδοποιήσει ότι η Μόσχα ετοιμαζόταν να προμηθεύσει την Τεχεράνη με μη επανδρωμένα αεροσκάφη φορτωμένα με εκρηκτικά, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Από την πλευρά της, η Ρωσία έχει αρνηθεί τις αναφορές ότι παρέχει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν για χρήση στην τρέχουσα σύγκρουση.
Πώς ο πόλεμος στο Ιράν ευνοεί τη Μόσχα
Πέρα από το ζήτημα της στρατιωτικής συνεργασίας, ο Guardian επισημαίνει ότι η παρατεταμένη σύγκρουση στο Ιράν έχει οδηγήσει σε σημαντικά στρατηγικά και οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία. Αναλυτές θεωρούν τη Μόσχα έναν από τους βασικούς ωφελημένους από τη συνέχιση του πολέμου, καθώς οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας έχουν οδηγήσει σε αύξηση των τιμών.
Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο, έχουν συμβάλει στην άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Για τη Ρωσία, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε αυξημένα ενεργειακά έσοδα, τα οποία μπορούν να προσφέρουν πρόσθετους οικονομικούς πόρους για τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία και να περιορίσουν τις πιέσεις στον ήδη επιβαρυμένο κρατικό προϋπολογισμό.
Ταυτόχρονα, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει αποσπάσει μέρος της διεθνούς προσοχής και των Δυτικών στρατιωτικών πόρων από το ουκρανικό μέτωπο. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πίεση που ασκείται στη διαθεσιμότητα αμερικανικών πυραύλων αναχαίτισης για τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας Patriot, τα οποία αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της ουκρανικής άμυνας.
Ετσι, ακόμη και ανεξάρτητα από το αν η Μόσχα παρέχει άμεση στρατιωτική βοήθεια στην Τεχεράνη, η παράταση της σύγκρουσης δημιουργεί συνθήκες που μπορεί να λειτουργήσουν προς όφελος του Κρεμλίνου.
Από τα ιρανικά Shahed στη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών
Η στρατιωτική σχέση Ρωσίας και Ιράν έχει ενισχυθεί σημαντικά από το 2022, όταν η Τεχεράνη αναδείχθηκε σε βασικό προμηθευτή της Μόσχας σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη επίθεσης Shahed. Τα συγκεκριμένα drones χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα από τις ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία, ενώ στη συνέχεια η Ρωσία ανέπτυξε και δική της εγχώρια παραγωγή.
Η συνεργασία των δύο χωρών απέκτησε πιο θεσμοθετημένο χαρακτήρα το 2025, με την υπογραφή συμφωνίας στρατηγικής εταιρικής σχέσης. Η συμφωνία περιλαμβάνει προβλέψεις για την αντιμετώπιση κοινών απειλών, χωρίς ωστόσο να θεσπίζει υποχρέωση αμοιβαίας στρατιωτικής άμυνας, όπως συμβαίνει με την αντίστοιχη συμφωνία ασφαλείας της Ρωσίας με τη Βόρεια Κορέα.
Παρά την απουσία τέτοιας ρήτρας, οι επαφές Μόσχας και Τεχεράνης παραμένουν ιδιαίτερα στενές. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο τον Οκτώβριο πραγματοποιήθηκαν τρεις συναντήσεις υψηλού επιπέδου μεταξύ ανώτερων ρώσων και ιρανών αξιωματούχων, γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία που αποδίδουν και οι δύο κυβερνήσεις στη μεταξύ τους σχέση.
Οι λεπτές ισορροπίες του Πούτιν με τον Τραμπ
Παρά τη στενή συνεργασία με το Ιράν, η Μόσχα εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτική ως προς τη δημοσιοποίηση των στρατιωτικών της δεσμών με την Τεχεράνη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Κρεμλίνο επιδιώκει να αποφύγει κινήσεις που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τις σχέσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η στάση αυτή συνδέεται με τη σημασία που αποδίδει η ρωσική ηγεσία στις επαφές με την Ουάσινγκτον, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες διαπραγμάτευσης για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Παράλληλα, η δυνατότητα της Ρωσίας να ενισχύσει στρατιωτικά το Ιράν δεν είναι απεριόριστη. Η συνεχιζόμενη πολεμική προσπάθεια στην Ουκρανία απορροφά μεγάλο μέρος της παραγωγικής ικανότητας της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας, περιορίζοντας τα περιθώρια για πρόσθετες εξαγωγές οπλικών συστημάτων.
Τα προβλήματα της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας που αποκαλύπτουν τα έγγραφα
Τα αρχεία που διέρρευσαν δεν φωτίζουν μόνο τις στρατιωτικές σχέσεις Ρωσίας και Ιράν, αλλά αποκαλύπτουν και τις πιέσεις που αντιμετωπίζει η ίδια η ρωσική πολεμική βιομηχανία.
Σε επιστολή της τον Μάιο του 2024 η Vympel προειδοποιούσε ότι καθυστερήσεις στην προμήθεια απαραίτητων εξαρτημάτων απειλούσαν να επηρεάσουν τη συναρμολόγηση εκτοξευτών πυραύλων.
Σύμφωνα με την εταιρεία, τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα δημιουργούσαν κίνδυνο καθυστερήσεων ακόμη και στην εκτέλεση συμβάσεων που αφορούσαν τις αμυντικές ανάγκες του ίδιου του ρωσικού κράτους.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Μόσχα στην προσπάθειά της να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις απαιτήσεις του πολέμου στην Ουκρανία και στις δεσμεύσεις της προς ξένους στρατιωτικούς εταίρους.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-05 18:31:00
