Κόσμος

Financial Times: Αρχή του πολιτικού τέλους του Ντόναλντ Τραμπ η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές

Την αρχή του πολιτικού τέλους του Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να σηματοδοτεί η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Αυτή την εκτίμηση κάνουν οι «Financial Times» σε ένα άρθρο – αποτίμηση της σαρωτικής νίκης των Δημοκρατικών για το Κογκρέσο, με τον εύγλωττο τίτλο «Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ». LIVE όλες οι εξελίξεις στην αμερικανική πολιτική σκηνή

Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος των «Financial Times», η μεγάλη νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αποδίδεται πρωτίστως στη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για το κόστος ζωής, τον πληθωρισμό και τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου με το Ιράν, τον οποίο αποφάσισε και συνεχίζει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ όχι μόνον υποτίμησε αυτές τις ανησυχίες των πολιτών, αλλά χαρακτήρισε την κρίση της αγοραστικής δύναμης ως «κατασκεύασμα» των Δημοκρατικών. Μάλιστα, ο Τραμπ, αναφέρει το δημοσίευμα, επιμένει ότι είχε εκπληρώσει όλες τις προεκλογικές δεσμεύσεις του.

Επιπλέον, αγνόησε τις συμβουλές να κρατήσει αποστάσεις από τις εκλογικές αναμετρήσεις. Αντίθετα, πραγματοποίησε μία εντατική εκστρατεία σε ολόκληρη τη χώρα, στηρίζοντας προσωπικά τους υποψηφίους του κόμματός του.

Η παρέμβασή του, ωστόσο, λειτούργησε εις βάρος τους.

Χαρακτηριστική είναι η ήττα του Ρεπουμπλικανού, Κεν Πάξτον στο Τέξας, παρά την οικονομική υποστήριξη άνω των 200 εκατ. δολαρίων από τον Έλον Μασκ.

Αντίστοιχα, στο Μίσιγκαν η προσπάθεια της ισχυρής φιλοϊσραηλινής οργάνωσης AIPAC να εμποδίσει την εκλογή του Αμπντούλ ελ Σαγέντ, απέτυχε και ο Δημοκρατικός υποψήφιος έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην αμερικανική ιστορία.

Στο Οχάιο, ο Βίβεκ Ραμασουάμι, στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ ηττήθηκε, ενώ οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν και μία παραδοσιακά ρεπουμπλικανική έδρα στη Γερουσία της Νότιας Καρολίνας.

Οι «FΤ» στέκονται ιδιαίτερα στην τελευταία προεκλογική ομιλία του Τραμπ, μεγάλο μέρος της οποίας αφιερώθηκε στην ανακαίνιση της λίμνης μπροστά από το Μνημείο Λίνκολν.

Ένα επεισόδιο που κατά τους «FT» αποτυπώνει την ολοένα μεγαλύτερη απόσταση του Προέδρου από τις πραγματικές ανησυχίες των Αμερικανών ψηφοφόρων.

Financial Times: Τα πέντε λάθη του Τραμπ που γκρέμισαν την πολιτική αυτοκρατορία του

1. Οι δασμοί που επιβάρυναν τελικά τους Αμερικανούς
Η επιβολή δασμών αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Τραμπ ήδη από την πρώτη προεκλογική του εκστρατεία, το 2016. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίαζε την εμπορική προστασία ως μέσο ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής, δημιουργίας θέσεων εργασίας και θωράκισης των εργαζομένων απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.

    Στη δεύτερη θητεία του, όμως, η εφαρμογή της πολιτικής αυτής σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα προκάλεσε παρενέργειες στην αμερικανική οικονομία. Οι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος, ενώ η αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες ενίσχυσε τις πιέσεις στις τιμές.

    Ιδιαίτερα ευάλωτοι αποδείχθηκαν παραγωγοί σε αγροτικές πολιτείες, όπου οι εμπορικές αντιπαραθέσεις επηρέασαν τις εξαγωγές. Έτσι, ένα μέτρο που είχε παρουσιαστεί ως προστασία της αμερικανικής οικονομίας επιβάρυνε τμήματα της εκλογικής βάσης που ο Τραμπ είχε υποσχεθεί να υπερασπιστεί.

    2. Η ακρίβεια που ο Λευκός Οίκος υποτίμησε
    Το δεύτερο μεγάλο λάθος, σύμφωνα με την ανάλυση, ήταν η αδυναμία της κυβέρνησης να αντιληφθεί πόσο καθοριστικό είχε γίνει το κόστος ζωής για τους Αμερικανούς.

      Ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι θα περιορίσει τον πληθωρισμό και θα αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Ωστόσο, οι τιμές βασικών αγαθών, τα έξοδα στέγασης και οι καθημερινές δαπάνες εξακολούθησαν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

      Η δυσαρέσκεια αυτή αποτυπώθηκε στην κάλπη. Οι ψηφοφόροι έδιναν μεγαλύτερη σημασία στο κόστος της βενζίνης, των τροφίμων και της κατοικίας παρά στις αναφορές του προέδρου για τις επιδόσεις της Wall Street και την οικονομική «χρυσή εποχή».

      Η αντίφαση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμια για ένα πολιτικό κίνημα που είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της ανόδου του στην υπόσχεση ότι θα υπερασπιστεί τους οικονομικά πιεσμένους Αμερικανούς.

      3. Ο πόλεμος στο Ιράν και η υπόσχεση που διαψεύστηκε
      Η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν αποτέλεσε ένα ακόμη σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ. Ο ίδιος είχε οικοδομήσει την εικόνα του ως προέδρου που θα απέφευγε νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές περιπέτειες και θα έβαζε τέλος στις δαπανηρές αμερικανικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

        Η σύγκρουση με την Τεχεράνη ήρθε σε αντίθεση με αυτή την υπόσχεση. Η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές, οι κίνδυνοι για τη μεταφορά πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ και η άνοδος των τιμών των καυσίμων μετέτρεψαν την εξωτερική πολιτική σε άμεσο οικονομικό πρόβλημα για εκατομμύρια Αμερικανούς.

        Παράλληλα, η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό του MAGA, όπου σημαντικό μέρος των υποστηρικτών του είχε ταυτιστεί με την αντίθεση σε νέες στρατιωτικές επεμβάσεις. Ο Τραμπ και ο Λευκός Οίκος εξακολουθούν να υπερασπίζονται την επιχείρηση ως αναγκαία για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, όμως το εκλογικό κόστος της αποδείχθηκε δύσκολο να αγνοηθεί.

        4. Οι προσωπικές επιλογές υποψηφίων που γύρισαν μπούμερανγκ
        Η επιρροή του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπήρξε καθοριστική και στην επιλογή των υποψηφίων. Η προσωπική αφοσίωση στον πρόεδρο είχε εξελιχθεί σε σημαντικό κριτήριο πολιτικής επιβίωσης, καθώς η υποστήριξή του μπορούσε να καθορίσει την έκβαση των εσωκομματικών αναμετρήσεων.

          Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δημιούργησε προβλήματα όταν οι υποψήφιοι χρειάστηκε να διεκδικήσουν την ψήφο ενός ευρύτερου εκλογικού σώματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, η στενή σύνδεσή τους με τον Τραμπ έγινε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι μετέτρεψαν τις εκλογές σε δημοψήφισμα για τη δεύτερη θητεία του.

          Οι απώλειες σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια ανέδειξαν τα όρια της προσωπικής επιρροής του προέδρου. Παρά τις πολυπληθείς προεκλογικές συγκεντρώσεις του, η δημοτικότητά του δεν μεταφράστηκε αυτομάτως σε ψήφους για τους υποψηφίους που είχε επιλέξει ή στηρίξει.

          Το πρόβλημα αυτό αποκαλύπτει και μια βασική αδυναμία του MAGA: την εξάρτηση από την προσωπικότητα του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος δεν μπορεί να βρίσκεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

          5. Από το αντισυστημικό MAGA στην εικόνα μιας κυβέρνησης ελίτ
          Το πέμπτο λάθος αφορά την ίδια την πολιτική φυσιογνωμία του τραμπισμού. Το 2016, ο Τραμπ είχε εμφανιστεί ως ο άνθρωπος που θα συγκρουόταν με το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον, εκπροσωπώντας εργαζομένους και πολίτες που αισθάνονταν εγκαταλελειμμένοι από το σύστημα.

            Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της κυβέρνησής του είχε αλλάξει. Οι στενές σχέσεις με ισχυρούς επιχειρηματίες, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ, ιδίως στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, και οι καταγγελίες για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων τροφοδότησαν ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η κυβέρνηση υπηρετούσε πράγματι τα συμφέροντα των πολιτών.

            Παράλληλα, μεγάλα κατασκευαστικά σχέδια στην Ουάσιγκτον, όπως η νέα αίθουσα δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο, έδωσαν στους επικριτές του ένα ακόμη επιχείρημα για την απόσταση ανάμεσα στις προτεραιότητες της προεδρίας και στις ανάγκες των νοικοκυριών.

            Η αντίφαση ήταν εμφανής: ένα κίνημα που ξεκίνησε ως εξέγερση απέναντι στις οικονομικές ελίτ βρέθηκε να συνδέεται με μια κυβέρνηση στην οποία κυριαρχούν ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα.

            «Αρχή του οριστικού πολιτικού τέλους του Τραμπ»

            Όσο για τις δύο άμεσες πολιτικές εξελίξεις, οι «FΤ» προβλέπουν:

            Πρώτον, την πρόωρη έναρξη της μάχης για τη διαδοχή του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

            Ο Τραμπ παραμένει το κυρίαρχο πρόσωπο του M.A.G.A., αλλά οι συνταγματικοί περιορισμοί δεν του επιτρέπουν να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία.

            Η συζήτηση για τη διαδοχή του αποκτά, συνεπώς, νέα δυναμική, με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και άλλα στελέχη να καλούνται να απαντήσουν σε ένα ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί ο τραμπισμός να διατηρήσει την εκλογική του επιρροή, χωρίς τον ίδιο τον Τραμπ;

            Ήδη ο Ρον ΝτεΣάντις εμφανίζεται να διαφοροποιείται, αφήνοντας αιχμές για ζητήματα διαφθοράς και προσωπικού πλουτισμού από την άσκηση δημόσιου αξιώματος.

            Δεύτερον, την ενίσχυση της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του Τραμπ κατά το υπόλοιπο της προεδρικής θητείας του. Η εκλογική ήττα ενδέχεται να τον οδηγήσει σε ακόμη πιο έντονες και συγκρουσιακές αντιδράσεις.

            Το συμπέρασμα του άρθρου είναι ιδιαίτερα βαρύ: Ενώ η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018 σηματοδότησε, κατά τους «FT», το τέλος της αρχικής φάσης της πολιτικής ανόδου του Τραμπ, η αναμέτρηση του 2026 ενδέχεται να σηματοδοτεί την αρχή του οριστικού πολιτικού τέλους του.

            Ο Αμερικανός Πρόεδρος μετέτρεψε συνειδητά τις εκλογές σε προσωπικό δημοψήφισμα για την ηγεσία του και τελικά υπέστη μία ιστορικών διαστάσεων αποδοκιμασία.


Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-04 23:09:00

Back to top button