Κόσμος

ΗΠΑ – Ενδιάμεσες εκλογές: Οι πιθανότητες και οι προβλέψεις

Oταν μια ασταμάτητη δύναμη συναντά ένα ακίνητο αντικείμενο, κάποια στιγμή ένα από τα δύο πρέπει να υποχωρήσει. Για το μεγαλύτερο διάστημα της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, γράφει ο Economist, οι αναλυτές θεωρούσαν ότι το ακίνητο αντικείμενο, ο εκλογικός χάρτης της Γερουσίας, που ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς, θα επικρατούσε έναντι της δυναμικής των Δημοκρατικών στις εθνικές δημοσκοπήσεις.

Πέρυσι, το Sabato’s Crystal Ball, ένας σημαντικός οργανισμός εκλογικών προβλέψεων, χαρακτήριζε τους Ρεπουμπλικανούς «ξεκάθαρα φαβορί» για να διατηρήσουν την πλειοψηφία τους, θεωρώντας ασφαλείς πολιτείες για το κόμμα τους την Αλάσκα, την Αϊοβα και το Κάνσας.

Καθώς, όμως, οι ενδιάμεσες εκλογές απέχουν λιγότερο από μία εβδομάδα, η επικρατούσα εκτίμηση έχει αλλάξει. Το Crystal Ball δίνει πλέον ένα μικρό προβάδισμα στους Δημοκρατικούς, ενώ οι αγορές στοιχημάτων τούς δίνουν πιθανότητα 64% να ανακτήσουν τη Γερουσία. Ο Νέιτ Σίλβερ, ένας από τους γνωστότερους αμερικανούς αναλυτές εκλογικών δεδομένων, υπολογίζει τις πιθανότητές τους στο 76%. Το μοντέλο πρόβλεψης του Economist, ωστόσο, είναι πιο επιφυλακτικό: εκτιμά σε μόλις 53% την πιθανότητα να αλλάξει χέρια η Γερουσία.

Η διαφορά οφείλεται κυρίως στη μεθοδολογία του Economist, η οποία αμφισβητεί έναν συνήθη κανόνα των εκλογικών προβλέψεων: ότι δεν πρέπει να επιχειρεί κανείς πρόβλεψη για την κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθούν τα σφάλματα των δημοσκοπήσεων. Οι έρευνες που ρωτούν τους ψηφοφόρους ποιο κόμμα προτίθενται να στηρίξουν για το Κογκρέσο έχουν γενικά αξιόλογη ακρίβεια, αλλά συχνά υπερεκτιμούν την έκταση της επικείμενης εκλογικής μεταβολής. Το 2006, για παράδειγμα, οι Δημοκρατικοί προηγούνταν μεσοσταθμικά κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες στις δημοσκοπήσεις, αλλά η τελική διαφορά στην εθνική ψηφοφορία για τη Βουλή των Αντιπροσώπων ήταν μόλις επτά μονάδες. Οταν οι εθνικές δημοσκοπήσεις αστοχούν, το ίδιο συμβαίνει και στις έρευνες των επιμέρους πολιτειών, επισημαίνει ο Economist.


Εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών, το προβάδισμα των Δημοκρατικών στην αποκαλούμενη «γενική ψήφο», την πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο, φτάνει περίπου τις 8,5 μονάδες. Το μοντέλο εκτιμά ότι οι δημοσκοπήσεις θα υπερεκτιμήσουν κατά περίπου μία μονάδα τη διαφορά υπέρ τους. Η απόκλιση αναμένεται μικρότερη στις πολιτείες όπου οι Δημοκρατικοί έχουν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία και μεγαλύτερη στις ρεπουμπλικανικές. Για να κατακτήσουν, όμως, τη Γερουσία, χρειάζεται να κερδίσουν τουλάχιστον δύο πολιτείες τις οποίες ο Τραμπ είχε επικρατήσει το 2024 με διψήφια ποσοστά.

Ενας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η χρηματοδότηση. Οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών έχουν συγκεντρώσει περισσότερες δωρεές από μεμονωμένους πολίτες, οι οποίες περιορίζονται στα 3.500 δολάρια, σε σχέση με τους αντιπάλους τους. Πολλά μοντέλα δίνουν ιδιαίτερο βάρος σε αυτό το στοιχείο. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Economist, οι Δημοκρατικοί υπερείχαν σε αυτή την κατηγορία χρηματοδότησης σε κάθε εκλογική αναμέτρηση μετά την πρώτη ορκωμοσία του Τραμπ, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αναγκαστικά σε καλύτερες εκλογικές επιδόσεις. Γι’ αυτό το μοντέλο συγκρίνει τη χρηματοδότηση κάθε υποψηφίου με τον μέσο όρο του δικού του κόμματος, κάτι που ενισχύει, για παράδειγμα, τις πιθανότητες των Ρεπουμπλικανών στην Αϊοβα, όπου ο υποψήφιός τους έχει μικρό οικονομικό προβάδισμα.


Η μεγαλύτερη επιφύλαξη του μοντέλου αφορά την Αλάσκα. Οι αγορές στοιχημάτων θεωρούν τη Μέρι Πελτόλα φαβορί με πιθανότητα νίκης 73% απέναντι στον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Νταν Σάλιβαν. Το μοντέλο του Economist, αντίθετα, δίνει στον Σάλιβαν προβάδισμα 51% έναντι 49%. Η Πελτόλα ενδέχεται, επιπλέον, να επηρεαστεί από τις καταγγελίες ότι η ομάδα της τοποθέτησε υποψηφίους-«λαγούς» στο ψηφοδέλτιο, υπόθεση που αναμενόταν να κυριαρχήσει στην τελευταία εβδομάδα της εκστρατείας.

Παρά τις επιφυλάξεις, το μοντέλο προβλέπει ότι οι Δημοκρατικοί έχουν καλές πιθανότητες να κερδίσουν αρκετές πολιτείες, μεταξύ αυτών το Μέιν, το Μίσιγκαν, τη Βόρεια Καρολίνα και το Οχάιο, ώστε να φτάσουν τις 50 έδρες. Η Αλάσκα και το Τέξας εμφανίζονται ως αμφίρροπες πολιτείες που θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν την κρίσιμη 51η έδρα. Πολύ ισχυρότερη είναι η εκτίμηση για τη Βουλή των Αντιπροσώπων: ο Economist δίνει στους Δημοκρατικούς πιθανότητα 94% να την κερδίσουν, αποκτώντας τη δυνατότητα να μπλοκάρουν την ατζέντα του Τραμπ και να ξεκινήσουν έρευνες για την κυβέρνησή του. Η κατάκτηση της Γερουσίας θα τους επέτρεπε επίσης να εμποδίσουν τους δικαστικούς διορισμούς του.


Η σύνθεση της Γερουσίας θα επηρεάσει και την πολιτική του διαδόχου του Τραμπ, ο οποίος θα εκλεγεί σε δύο χρόνια. Οι Δημοκρατικοί έχουν πιθανότητες να ξεπεράσουν ακόμη και τις 52 έδρες, καθώς παραμένουν ανταγωνιστικοί στο Κάνσας, στην Αϊοβα και στη Νότια Καρολίνα. Στην τελευταία, η δημοσκόπηση των New York Times και του Siena College στις 28 Οκτωβρίου έδειξε ισοπαλία, παρότι ο Τραμπ είχε κερδίσει την πολιτεία με 18 μονάδες το 2024.

Οι Δημοκρατικοί παραμένουν αουτσάιντερ σε αυτές τις πολιτείες, αλλά μια απρόσμενη νίκη θα μπορούσε να ενισχύσει την πιθανότητα ανάλογων αποτελεσμάτων και αλλού, εάν οι δημοσκοπήσεις υποτιμούν συνολικά τη δύναμή τους. Συνυπολογίζοντας τον ανεξάρτητο υποψήφιο της Νεμπράσκα Νταν Οσμπορν, ο οποίος θεωρείται ότι θα συνεργαζόταν με τους Δημοκρατικούς, το μοντέλο τούς δίνει πιθανότητα 15% να φτάσουν τουλάχιστον τις 55 έδρες. Το προηγούμενο του 2006, καταλήγει ο Economist, υπενθυμίζει ότι ακόμη και όταν οι δημοσκοπήσεις υπερεκτιμούν το προβάδισμα των Δημοκρατικών, εκείνοι μπορούν να κερδίσουν αρκετές έδρες ώστε να κατακτήσουν την πλειοψηφία.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-30 15:44:00

Back to top button