Οικονομία

ΕΚΤ: «Φρένο» στα επιτόκια τον Οκτώβριο – Ερχονται νέες αυξήσεις έως το 2027;

Με το νέο κύμα ακρίβειας στην ενέργεια να αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις και την οικονομία της Ευρωζώνης να κινείται σε τροχιά συγκρατημένης ανάπτυξης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση.

Από τη μία, η άνοδος των τιμών επιβάλλει εγρήγορση και, από την άλλη, η αύξηση του κόστους δανεισμού απειλεί να περιορίσει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητο στο 2,5% το βασικό επιτόκιο καταθέσεων κατά τη συνεδρίαση της Πέμπτης 29 Οκτωβρίου 2026, σταθμίζοντας τις αντίρροπες δυνάμεις που διαμορφώνουν τις προοπτικές του πληθωρισμού και περιπλέκουν τις αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική.

Η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και άλλες 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, επιχειρώντας να αναχαιτίσει τις επιπτώσεις από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή.


Η νέα ενεργειακή κρίση, που ακολούθησε την έναρξη των επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο, οδήγησε τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2%.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, από 2,1% τον Φεβρουάριο, αποτυπώνοντας την ένταση των ανατιμήσεων που προκάλεσε το ενεργειακό σοκ.


Παρά τη μεγάλη αύξηση του ενεργειακού κόστους, πάντως, η επίδρασή του στις τιμές των υπόλοιπων αγαθών και υπηρεσιών παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένη.

Ειδικότερα, οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν τον Σεπτέμβριο με ετήσιο ρυθμό 18,9%, όταν τον Φεβρουάριο κατέγραφαν μείωση 3,1%. Αντίθετα, οι τιμές των υπηρεσιών σημείωσαν συγκριτικά μικρότερη επιτάχυνση, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησής τους να διαμορφώνεται στο 3,5%, έναντι 3,3% τον Φεβρουάριο.


Αντίστοιχα, ο δομικός πληθωρισμός, από τον οποίο εξαιρούνται οι τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, αυξήθηκε οριακά στο 2,5%, από 2,4% την ίδια περίοδο.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή ενδέχεται να μεταβληθεί σταδιακά, καθώς οι επιχειρήσεις αναμένεται να αντιμετωπίσουν αυξανόμενες δυσκολίες στην απορρόφηση του υψηλότερου ενεργειακού κόστους, μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος του στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.

Παρά τις νέες πληθωριστικές πιέσεις, η οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται σήμερα σε αισθητά διαφορετική κατάσταση σε σχέση με την περίοδο 2021-2022, όταν ο πληθωρισμός είχε εκτιναχθεί σε διψήφια επίπεδα.

Τότε, οι σοβαρές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω της πανδημίας και το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνδυάστηκαν με την αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων, δημιουργώντας ισχυρές ανατιμητικές πιέσεις.

Καθοριστικό ρόλο είχε διαδραματίσει και η υψηλή ρευστότητα των νοικοκυριών, η οποία είχε ενισχυθεί τόσο από τις αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν κατά την πανδημία όσο και από τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης.

Σήμερα, αντίθετα, η ζήτηση στην οικονομία είναι σημαντικά πιο περιορισμένη, λειτουργώντας ως ανάχωμα στη γενικευμένη άνοδο των τιμών.

Η οικονομική ανάπτυξη συνεχίζεται, αλλά με αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς, της τάξης του 1,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Σημαντικό μέρος της δραστηριότητας στηρίζεται στις επενδύσεις των επιχειρήσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και στις εξαγωγές προϊόντων που συνδέονται με αυτήν.

Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση συμβάλλει στην ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, περιορίζοντας τον βαθμό στον οποίο οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το νέο πληθωριστικό κύμα εκτιμάται ότι θα είναι αισθητά ηπιότερο από εκείνο της περιόδου 2021-2022, ενώ πιο συγκρατημένη αναμένεται να είναι και η αντίδραση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, όπως έχει επισημάνει ο επικεφαλής οικονομολόγος της, Φίλιπ Λέιν.

Τι προεξοφλούν οι αγορές για τα επιτόκια

Οι αγορές χρήματος δεν αναμένουν κάποια μεταβολή των επιτοκίων στη συνεδρίαση της Πέμπτης. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για την πορεία της νομισματικής πολιτικής τους επόμενους μήνες εξακολουθούν να περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων.

Συγκεκριμένα, οι αγορές προεξοφλούν δύο έως τρεις πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση πριν από το τέλος του 2026.

Από την πλευρά τους, αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε μία τελευταία αύξηση τον Δεκέμβριο, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο στο 2,75%.

Στην εξίσωση, ωστόσο, εισέρχεται ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας: η έντονη αναταραχή στην παγκόσμια αγορά ομολόγων.

Το κύμα πωλήσεων που καταγράφεται στις διεθνείς αγορές ομολόγων έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των αποδόσεών τους, επηρεάζοντας και την ευρωπαϊκή αγορά.

Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να περιορίσει την ανάγκη για νέες παρεμβάσεις της ΕΚΤ, καθώς η αύξηση των αποδόσεων λειτουργεί ήδη περιοριστικά για την οικονομική δραστηριότητα και τη ζήτηση.

Οι υψηλότερες αποδόσεις μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος δανεισμού για τις μεγάλες επιχειρήσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αντλούν κεφάλαια από τις αγορές για τη χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων.

Την ίδια στιγμή, επιβαρύνουν και το κόστος με το οποίο δανείζονται οι κυβερνήσεις, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στις συνθήκες χρηματοδότησης.

Με αυτόν τον τρόπο, η αγορά ομολόγων συμβάλλει ουσιαστικά στη συγκράτηση της ζήτησης, περιορίζοντας ενδεχομένως την ανάγκη για επιπλέον αυξήσεις των βασικών επιτοκίων.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-28 11:19:00

Δείτε και αυτό !
Close
Back to top button