Showbiz

Τελικά τι ψάχνεις, Ναταλία Αργυράκη; |


Στο σύμπαν της καθημερινότητάς της, ο Γούντι Άλεν συνυπάρχει με την Άννα Βίσση, ο Νίκος Οικονομόπουλος συνδιαλέγεται με τα γραπτά του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ και η καθημερινότητα τραγουδιέται με τη φωνή της Μαρινέλλας και τους στίχους της Ναταλίας Γερμανού ταυτόχρονα.

Η συνάντησή μου με τη Ναταλία Αργυράκη στο eportal Celebrity Chat δεν είναι “μια ακόμα συνέντευξη”. Εμπεριέχει τη χαρά να συναντάς ανθρώπους που δούλεψες μαζί τους, ταυτίστηκες με το επαγγελματικό τους αποτύπωμα και στο τέλος επιλέξατε από κοινού ο ένας να μπει στη ζωή του άλλου.

“Αγαπημένε μου συμμαθητή”, μου λέει σχεδόν πάντα, αναφερόμενη στη συνύπαρξή μας στο “Καλύτερα δε γίνεται”, και κάπως έτσι δίνει από την πρώτη στιγμή τον τόνο. Γιατί η Ναταλία μπορεί να έχει την εικόνα μιας αυστηρής, δυναμικής γυναίκας που γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει, αλλά όσοι τη γνωρίζουν λίγο καλύτερα ξέρουν ότι πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ένας άνθρωπος με χιούμορ, ευαισθησία και μεγάλη αγάπη για τη ζωή.

Από το πρώτο μας πείραγμα για τους άντρες που φιλοξενώ στη φετινή σεζόν του Celebrity Chat μέχρι την τελευταία της απάντηση για το τι έχει πραγματικά σημασία, η κουβέντα μας κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους: εκείνον της δημοσιογραφίας και της δημόσιας εικόνας και εκείνον της προσωπικής ζωής, όπου οι βεβαιότητες είναι συχνά πολύ λιγότερες.

“Το πρωτο σχολιο που ακουσα ηταν τι νομίζει οτι θα καταφερει με ενα ξανθο μαλλί”

Η αφορμή για την πρώτη μας ουσιαστική συζήτηση προκύπτει σχεδόν αυθόρμητα. Της λέω ότι είναι η πρώτη γυναίκα που φιλοξενώ στη φετινή σεζόν, έπειτα από μια σειρά ανδρών καλεσμένων, και εκείνη με πειράζει για τις επιλογές μου. Η κουβέντα μεταφέρεται γρήγορα στην ομορφιά και στο κατά πόσο μια γυναίκα που ασχολείται με τη δημοσιογραφία επιτρέπεται, στα μάτια των άλλων, να επενδύει στην εικόνα της.

Η Ναταλία έχει προσωπική εμπειρία από τέτοιου είδους σχόλια.

“Θυμάμαι ότι είχαν ξεκινήσει από το χρώμα των μαλλιών μου. Επειδή εγώ, όταν μπήκα, ήμουν ακόμη μία ξανθιά, να το πάμε έτσι τηλεοπτικά, το πρώτο σχόλιο που άκουσα ήταν τι νομίζει, ότι ένα ξανθό μαλλί θα την κάνει τηλεοπτικό πρόσωπο; Αλλά ευτυχώς πολύ γρήγορα άνοιξα και το στόμα μου”.

Και αυτό το στόμα, όπως της επισημαίνω, ενδεχομένως να είχε και συνέπειες στην επαγγελματική της διαδρομή. Περισσότερες συνέπειες όμως είχε μέσα στα επαγγελματικά περιβάλλοντα στα οποία βρέθηκε ή έξω από αυτά;

“Σίγουρα υπήρξαν σχόλια. Νομίζω και τα δύο, και έξωθεν και εσωτερικά. Δεν θα μάθω ποτέ τι μπορεί να έχει επηρεάσει εσωτερικά, ας πούμε κάποια συνθήκη. Σίγουρα θα έχει επηρεάσει”.

Δεν αισθάνεται, ωστόσο, ότι οι απόψεις της προκύπτουν από μια ανάγκη σύγκρουσης.

“Δεν αισθάνομαι ποτέ ότι θα μιλήσω χωρίς να σου έχω αποδείξει τη δουλειά μου, χωρίς να σου έχω δείξει ότι σε σέβομαι και σέβομαι και τον χώρο και την ευκαιρία που μου έχεις δώσει. Δεν είναι ότι εγώ θα πηγαίνω και θα λέω και ό,τι μου έρχεται και θα τσακωθώ. Δεν είμαι συγκρουσιακή. Έχω όμως κάποιες σιγουριές για μένα”.

Και μεγαλώνοντας, όπως εξηγεί, αυτές οι σιγουριές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.

“Είναι κάποια πράγματα που από ένα σημείο και μετά νομίζω ότι δεν είναι και δεν πρέπει να είναι τόσο διαπραγματεύσιμα. Πρέπει να είναι κάποια πράγματα στα οποία πατάμε και δεν κάνουμε πίσω”.

“Οι αντρες λενε οτι τους αρεσουν οι δυναμικες γυναίκες. Δεν εφαρμοζεται στην πραξη”

Η συζήτησή μας για τις χαρές και τις δυσκολίες της δημοσιογραφίας καταλήγει απροσδόκητα στην προσωπική ζωή. Η Ναταλία εξηγεί ότι τα πραγματικά προνόμια της δουλειάς δεν είναι ούτε τα φώτα ούτε η αναγνωρισιμότητα, αλλά οι άνθρωποι, οι εμπειρίες, οι συνεντεύξεις, τα ταξίδια και οι σχέσεις που δημιουργούνται.

Και όταν η κουβέντα φτάνει στις σχέσεις, δεν χάνω την ευκαιρία να τη ρωτήσω πόσο εύκολο είναι για μια αναγνωρίσιμη και επιτυχημένη γυναίκα να βγει ένα ραντεβού.

“Εγώ νομίζω ότι γενικότερα δεν βγαίνουμε εύκολα dates. Για τις γυναίκες που δεν θα πω τόσο προβεβλημένες, αλλά γενικότερα δυναμικές, πετυχημένες στον τομέα τους, που έχουν κατακτήσει πέντε πράγματα, είναι δύσκολο”.

Και εξηγεί γιατί.

“Οι άντρες, όσο κι αν συνηθίζουν να λένε, και το ακούω πολύ συχνά, ότι “α, οι δυναμικές γυναίκες μού αρέσουν, εγώ δυναμική θα ήθελα”, δεν εφαρμόζεται στην πράξη αυτό. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι θα ήθελαν ένα πιο ήσυχο προφίλ, θα έλεγα. Αισθάνονται πιο ασφαλείς σε αυτό”.

Δεν διστάζει μάλιστα να παραδεχτεί ότι έχει πάρει η ίδια πρωτοβουλίες στο φλερτ, ακόμη και πέρα από τα συνηθισμένα.

“Πολύ συχνά εγώ έχω κάνει τις κινήσεις που ξεπερνούν το απλά σου έδωσα ένα πράσινο φως. Δηλαδή σου έχω εκφράσει και την επιθυμία και τη διάθεση, σε σημείο που όμως είδα ότι αλήθεια δεν έχει νόημα”.

Και συνεχίζει:

“Δεν το αισθάνομαι ούτε από εγωισμό ούτε ότι κάτι έπαθα. Καμιά φορά λέμε μια αξιοπρέπεια, δεν πειράζει. Καμιά φορά δεν χρειάζεται να είμαστε και τόσο αξιοπρεπείς, το λέω σε εισαγωγικά, στο κομμάτι είτε του έρωτα είτε του ενδιαφέροντος. Αλλά αλήθεια, μάλλον οι άντρες ούτε με αυτόν τον τρόπο νιώθουν καλά. Θέλουν να είναι θηρευτές εκεί που το αισθάνονται εκείνοι”.

Όσο για τα δικά της κριτήρια;

“Έχω μάλλον τελικά πολύ ψηλά στάνταρ και προσδοκίες. Απορρίπτω γρήγορα όμως. Δηλαδή είδα αυτό, red flag, έχω φύγει. Δεν υπάρχει το συζητήσαμε, ας το δούμε μήπως. Έχω φύγει”.

Το “συνδρομο της Ελληνίδας μανας” και η αυστηρη πλευρα της

Η παρατήρησή της για τους άντρες μάς οδηγεί σε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση: κατά πόσο ο τρόπος που μεγαλώνουν ορισμένα αγόρια στην ελληνική οικογένεια επηρεάζει τη συμπεριφορά τους στις σχέσεις.

Η Ναταλία δεν διστάζει να συμφωνήσει ότι υπάρχει ένα τέτοιο ζήτημα.

“Αυτό το καλομαθημένο, που σημαίνει ότι είσαι εκεί για να κυρίως να θαυμάσεις, να καμαρώσεις, να προσθέσεις σε όλο αυτό, είναι ένα πρόβλημα που προέρχεται πάρα πολύ από τις οικογένειες, το μεγάλωμα, τις μαμάδες”.

“Το έχω πει πολλές φορές ότι το θεωρώ λίγο μάστιγα για κάποιους ανθρώπους, αυτό το σύνδρομο της Ελληνίδας μάνας. Αλλά δεν θέλω να τσουβαλιάζω. Δεν θέλω να πω ότι είναι όλοι οι άντρες έτσι ούτε όλοι έχουν μεγαλώσει έτσι”.

Αναγνωρίζει, άλλωστε, ότι και η δική της προσωπικότητα έχει διαμορφωθεί μέσα από ένα περιβάλλον που την ενθάρρυνε να είναι ανεξάρτητη.

“Ίσως έχω μεγαλώσει από την πλευρά μου πολύ δυναμικά, πολύ ανεξάρτητα, να θέλω κι εγώ πολύ να λειτουργώ μόνη μου, μέχρι να συνδεθώ πολύ αβίαστα”.

Και παραδέχεται κάτι που όσοι την ξέρουμε καλά μπορούμε να επιβεβαιώσουμε.

“Έχω ένα κομμάτι μου το οποίο είναι πολύ αυστηρό και πολύ απότομο καμιά φορά και πολύ, ίσως, περιοριστικό”.

Αυτό γίνεται η αφορμή για να θυμηθούμε την πρώτη μας γνωριμία στο “Καλύτερα δε γίνεται”. Της εξομολογούμαι ότι, από όλους τους συνεργάτες, εκείνη ήταν που φοβόμουν περισσότερο στην αρχή, επειδή τη θεωρούσα ιδιαίτερα αυστηρή. Η έκπληξη είναι ότι και εκείνη είχε μια αντίστοιχη εικόνα για μένα!

“Εσύ ήσουν αυστηρός τότε και είχες τοποθετηθεί και έλεγες τη γνώμη σου και εγώ έλεγα “Χριστέ μου, θα έρθει με την αυστηρή του τη ματιά και πένα””.

Τελικά, όπως συμφωνούμε γελώντας, και οι δύο αποδειχθήκαμε πολύ πιο “βουτυρένιοι” από την αρχική μας εικόνα.

“Θα προτιμουσα πεντε ωραιοτατα λεπτα στην τηλεοραση, αλλα να μπορω να μιλησω για οσα με αφορουν”

Η κοινή τηλεοπτική μας εμπειρία ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για όσα ο τηλεθεατής δεν μπορεί πάντα να αντιληφθεί παρακολουθώντας μια εκπομπή.

Της εξηγώ ότι πολλές φορές οι άνθρωποι που σχολιάζουν την τηλεόραση αντιμετωπίζουν τους συνεργάτες μιας εκπομπής σαν να έχουν απόλυτη ελευθερία να πουν ό,τι θέλουν, όποτε το θέλουν. Στην πραγματικότητα, κάθε τηλεοπτικό προϊόν έχει τη δική του δομή, τις δικές του ισορροπίες και συγκεκριμένο χρόνο για κάθε πρόσωπο.

Η Ναταλία συμφωνεί και θέτει μια διαφορετική παράμετρο.

“Υπάρχει μια τάση γενικότερα, σε όσα πρόσωπα είμαστε στην τηλεόραση, ήμασταν κ.λπ., ότι όλα μετράνε σε σχέση με το πόσος είναι ο τηλεοπτικός χρόνος που έχεις. Αν είσαι πρώτο όνομα, αν θα πάρεις δική σου εκπομπή κ.λπ. Δεν είναι έτσι. Είναι ομάδες”.

Για την ίδια, το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα η μεγαλύτερη δυνατή τηλεοπτική παρουσία.

“Μπορεί να έχεις πέντε λεπτά, υπερπολύτιμα λεπτά, στα οποία να βγάλεις την προσωπικότητά σου. Αν με ρωτάς ποιο θα επέλεγα, αν θα έκανα ξανά κάτι στην τηλεόραση, να έχω πέντε ωραιότατα λεπτά, αλλά να είναι πέντε λεπτά στα οποία θα σου μιλήσω για θέατρο, για σινεμά, για τρία πράγματα που με αφορούν, παρά να με έχεις σταθερά παρούσα και να πιάνομαι από δύο φθόγγους”.

Η παρατήρησή της αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία οι τηλεοπτικές ομάδες, οι αλλαγές προσώπων και ο χρόνος συμμετοχής κάθε συνεργάτη εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο σχολιασμού.

“Δεν είναι εύκολο. Είμαστε πολλοί στις ομάδες πια. Είναι πολλά τα θέματα, τρέχουν γρήγορα. Γι’ αυτό και βλέπεις ότι σταδιακά μειώνονται οι μεγάλες ομάδες”.

“Δεν θεωρω ψυχαγωγία αυτο το τοξικο κουτσομπολιο”

Η Ναταλία παρακολουθεί πλέον την τηλεοπτική πραγματικότητα από διαφορετική θέση, έχοντας απομακρυνθεί από την καθημερινή έκθεση μιας τηλεοπτικής εκπομπής.

Και αυτή η απόσταση της επιτρέπει να βλέπει πιο καθαρά ορισμένα πράγματα.

“Από ό,τι καταλαβαίνω, ως παρατηρητής φέτος της τηλεοπτικής πραγματικότητας, γιατί στο δικό μου περιβάλλον πια είμαστε δύο άνθρωποι, οπότε και το θέμα του χώρου και του λόγου μοιράζεται πολύ ωραία, στο ραδιόφωνο εννοώ, είναι μια ιδιαίτερη χρονιά τηλεοπτικά”.

Η κουβέντα μεταφέρεται στην εσωστρέφεια της τηλεοπτικής ψυχαγωγίας και στην τάση των εκπομπών να σχολιάζουν διαρκώς η μία την άλλη.

“Αυτό, παιδί μου, ξέρεις κάτι; Δεν το θεωρώ ψυχαγωγία. Και στο ψυχαγωγικό να εννοούμε αυτό το τοξικό κουτσομπολιό, θα το πω εγώ”.

Μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίο οι απόψεις στα social media αντιμετωπίζονται συχνά ως αντιπροσωπευτικές της συνολικής τηλεοπτικής κοινής γνώμης.

Η Ναταλία έχει διαφορετική άποψη.

“Δεν είναι ο μέσος θεατής οι άνθρωποι που γράφουν σχόλια στα social media. Ο μέσος θεατής δεν θέλει, εδώ και καιρό θεωρώ, να βλέπει τοξικότητα, φωνές ή προσβολές. Αντιλαμβάνεται μέχρι πού είναι το όριο. Και κυρίως θέλει τη γνώμη σου επί της πραγματικότητας που τον αφορά και εκείνον”.

Ιδιαίτερη σημασία δίνει και στην κριτική που ασκείται μέσα από το ίδιο το τηλεοπτικό περιβάλλον.

“Στην τηλεόραση είμαστε με ένα μικροσκόπιο από πάνω. Είναι ένας μεγεθυντικός φακός. Και πιο πολύ, συγγνώμη που θα το πω, όχι ο κόσμος που παρακολουθεί. Ο διπλανός συνάδελφος της άλλης εκπομπής, του άλλου καναλιού”.

Η περσινή της εμπειρία φαίνεται ότι επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο που αντιμετωπίζει πλέον αυτή τη διαδικασία.

“Επειδή αυτό το έζησα πάρα πολύ πέρυσι, νιώθω πάρα πολύ καλά που αυτό το κομμάτι, που είχε και πολλή τοξικότητα και στο οποίο νόμιζα ότι αν τοποθετούμουν και αν απαντούσα θα έκανε καλό, δεν έκανε. Χαίρομαι που το έχω γλιτώσει φέτος”.

Η Ναταλία Γερμανου, ο Κωστας Τσουρος και η τηλεοπτικη της διαδρομη

Παρά την αναγνωρισιμότητα που απέκτησε μέσα από την τηλεόραση, η Ναταλία δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι αυτή ήταν η μοναδική ή η βασική επαγγελματική της ταυτότητα.

“Εγώ ποτέ δεν είπα ούτε ότι είμαι τηλεοπτικό πρόσωπο ούτε ότι ο στόχος μου ήταν ποιος θα με πάρει του χρόνου τηλεοπτικά”.

Η ίδια θυμάται ότι η είσοδός της στην τηλεόραση συνδέθηκε πρωτίστως με τη Ναταλία Γερμανού.

“Έκανα αυτό το βήμα, το ξέρουν όλοι, επειδή με πήρε η Ναταλία Γερμανού και για τη Ναταλία Γερμανού. Είναι γνωστό. Από εκεί και πέρα συνέχισα, εφόσον υπήρξαν κάποιες προτάσεις, και κατέληξα στον καλό μου φίλο και συνάδελφο Κώστα Τσουρό και στον ΣΚΑΪ, που κάναμε αυτή την προσπάθεια, που είχε τη διαδρομή που είχε”.

Η συγκεκριμένη εμπειρία την έκανε, όπως παραδέχεται, να αντιμετωπίζει διαφορετικά και τα νούμερα τηλεθέασης.

“Αυτό με έκανε να κοιτάω με πολύ μεγαλύτερη ενσυναίσθηση οτιδήποτε αφορά τα νούμερα τηλεθέασης”.

Μάλιστα, εκφράζει την αντίθεσή της στον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούνται και σχολιάζονται καθημερινά οι επιδόσεις των εκπομπών.

“Να καταργηθεί αυτό. Να ενημερώνουμε τον κόσμο ακριβώς ποιο κοινό παρακολούθησε περισσότερο, ποιος έδωσε την πρωτιά”.

Και εξηγεί γιατί πιστεύει ότι αυτή η διαρκής σύγκριση επηρεάζει ακόμη και την εμπειρία του θεατή.

“Φαντάσου εσύ, σαν τηλεθεατής, να μη γνωρίζω ποιος πάει καλύτερα, ποιος πάει πρώτος. Θα επιλέξω κάτι να δω. Ή θα μου αρέσει ή δεν θα μου αρέσει και θα συνεχίσω. Γιατί να πρέπει να επηρεαστώ; Μπορεί κάποια στιγμή, μετά από έναν μήνα, να μάθω ότι αυτό που έβλεπα ήταν αυτό που είχε τη χαμηλότερη τηλεθέαση. Δεν θα με επηρέαζε τίποτα”.

Η κατακλείδα της είναι σαφής:

“Επειδή συμβαίνει σε όλους και περνάμε όλοι από αυτό, δεν υπάρχει κανένας λόγος, αλήθεια, αυτής της κριτικής. Είναι πάρα πολύ τοξικό”.

“Παντα ηθελα να γραφω”: Η αγαπη για τα περιοδικα και η νεα σχεση με το ραδιοφωνο

Μπορεί η τηλεόραση να της έδωσε μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, αλλά η Ναταλία εξακολουθεί να αισθάνεται πρωτίστως άνθρωπος του γραπτού λόγου.

“Πάντα έχω ένα χαρτί μπροστά μου και πάντα κάτι γράφω. Πάντα κάτι θα σημειώσω. Κάπως θέλω στο μυαλό μου να συνοψίζω τις φράσεις και το τι ήθελα να πω, σαν να το έχω γραπτό. Είναι πολύ βασικό μου κομμάτι. Πάντα αυτό ήθελα να κάνω, να γράφω”.

Αυτή η αγάπη για τη δημοσιογραφία των περιοδικών φαίνεται ότι βρίσκει μια καινούργια διέξοδο μέσα από το ραδιόφωνο.

“Μου αρέσει και το ραδιόφωνο πάρα πολύ. Με φέρνει ξανά στα ίδια συναισθήματα που είχα όταν ήμουν στα περιοδικά μου”.

Και, παρότι αναγνωρίζει ότι το ραδιόφωνο έχει τις δικές του απαιτήσεις, απολαμβάνει τον διαφορετικό ρυθμό του.

“Το γεγονός ότι δεν έχεις εκατό άτομα τριγύρω είναι σίγουρα πολύ πιο ανακουφιστικό. Θέλει άλλες ταχύτητες και θέλει να συμπιέσεις τον λόγο σου σε ενάμισι-δύο λεπτά. Δεν είναι δηλαδή ότι θα μιλάμε με τις ώρες, αλλά έχεις το περιθώριο να πεις και για την τέχνη, να πεις και για την επικαιρότητα, να πεις και ένα αστείο, οτιδήποτε. Δηλαδή έχεις αυτή την πολυτέλεια να είσαι περισσότερο ο εαυτός σου. Εγώ τουλάχιστον έτσι νιώθω”.

Οι θεατρικες παραστασεις που περιμενει και ο Ορφεας Αυγουστίδης

Αφήνοντας πίσω την τηλεόραση, περνάμε σε ένα από τα αγαπημένα μας θέματα: το θέατρο.

Ζητώ από τη Ναταλία να μου πει τις τρεις παραστάσεις που ανυπομονεί να παρακολουθήσει τη φετινή σεζόν και η απάντησή της έρχεται σχεδόν αμέσως.

“Θέλω να δω το “Μακμπέθ”, με την Καρυοφυλλιά και τον Γιώργο Γάλλο, οπωσδήποτε. Θέλω να δω τον Άρη Μπινιάρη που θα κάνει το “Dogville”, του Λαρς φον Τρίερ. Και πάντα εγώ θα στηρίζω και θέλω να βλέπω τις δουλειές του Δημήτρη Καραντζά, οπότε θα δω οπωσδήποτε το “Ρομπέρτο Τσούκο”, με τον Δημήτρη Καπουράνη”.

Η αγάπη της για το θέατρο είναι γνωστή, όπως και η μακρά εμπειρία της στις συνεντεύξεις με ανθρώπους της τέχνης.

Όταν τη ρωτώ αν μέσα από αυτές τις συνεντεύξεις απέκτησε πραγματικές φιλίες με καλλιτέχνες, η απάντησή της είναι αποκαλυπτική.

“Δεν επένδυσα σε αυτό το κομμάτι. Υπάρχουν κάποιοι που εκτιμώ πάρα πολύ. Ένας από αυτούς που πάντα μου έρχεται στο μυαλό, τον αγαπώ πραγματικά, τον θεωρώ πολύ κοντά μου, είναι ο Ορφέας Αυγουστίδης“.

Και συνεχίζει με ιδιαίτερα θερμά λόγια.

“Είναι ένα παιδί που πραγματικά θαυμάζω. Παρακολουθώ τη διαδρομή του από τα 20 μας χρόνια, να είμαστε δηλαδή και συνομήλικοι μέχρι σήμερα, κάνοντας σχεδόν κάθε χρόνο συνεντεύξεις. Πάντα προσηλωμένος, πάντα να με εμπνέει, πάντα ταλαντούχος, με όρεξη για κάτι καινούργιο”.

Δεν έχουν υπάρξει, ωστόσο, μόνο ευχάριστες εμπειρίες. “Υπάρχουν άνθρωποι που όχι με την πρώτη, μόλις τους γνώρισα από κοντά, σταδιακά όμως υπήρξε φθίνουσα πορεία”.

Η εξήγησή της αφορά τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφική σχέση και στην προσωπική οικειότητα. “Η οικειότητα που δημιουργείται καμιά φορά στον χώρο μας μπορεί να δημιουργήσει θέμα. Δίνει το θάρρος και στις δύο πλευρές να ξεπεράσουν κάποια όρια”.

“Είναι ωραίο να υπάρχουν όρια. Γι’ αυτό και δεν τους κάνω φίλους. Γιατί θέλω να υπάρχει το όριο της συνεργασίας”.

Η εμπειρία της ως καθηγητρια και οι μαθητες που εγιναν συναδελφοί της

Μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά της επαγγελματικής διαδρομής της Ναταλίας είναι η διδασκαλία.

Έχοντας βρεθεί για ένα διάστημα στη θέση της καθηγήτριας, είχε την ευκαιρία να μεταδώσει την αγάπη της για τη δημοσιογραφία και την τέχνη σε νεότερους ανθρώπους.

“Είμαι περήφανη όταν μου λένε ότι αγάπησαν περισσότερο το κομμάτι το καλλιτεχνικό ή τις συνεντεύξεις ή το κομμάτι το πιο θεατρικό, αυτή την πτέρυγα που εγώ κάλυπτα, μέσω εμού. Αυτό είναι κάτι που με χαροποιεί σίγουρα”.

Δεν ήταν, πάντως, μια εμπειρία χωρίς δυσκολίες. “Δεν ήταν εύκολο. Είχα αγχωθεί πολύ τότε, γιατί ακριβώς επειδή δεν φαινόταν και η μεγάλη διαφορά ηλικίας, για να πετύχεις και έναν σεβασμό και μια απόσταση, αλλά από την άλλη συμπαθείς τα παιδιά, θες να κρατήσεις και μια καλή σχέση”.

Η ίδια συνδέει αυτή την πλευρά της προσωπικότητάς της με το οικογενειακό της περιβάλλον.

“Είμαι κόρη καθηγήτριας. Αγγλικών η μαμά μου. Αλλά γενικά το δασκαλίκι και ο τρόπος να μεταδίδω και να μοιράζομαι αυτό που ξέρω και που αγαπώ είναι κάτι κοινό στο σπίτι μου και σε εμένα ως χαρακτήρα”.

Θα το ξανάκανε; “Ναι, θα το ξανάκανα”.

“Στεναχωρηθηκα για τη Βίσση και τον Καρβελα. Είναι κρίμα να μαθαίνουμε τοσες λεπτομερειες”

Προς το τέλος της κουβέντας μας, περνάμε σε ένα θέμα που έχει απασχολήσει έντονα τη δημοσιότητα: όσα συζητούνται γύρω από την Άννα Βίσση και τον Νίκο Καρβέλα.

Η Ναταλία επιλέγει να τοποθετηθεί με προσοχή, χωρίς να πάρει θέση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς.

“Πολύ ισορροπημένα θα πω ότι στεναχωρήθηκα. Για τον απλούστατο λόγο, όχι ότι οι δύο άνθρωποι μπορεί να τσακωθούν, αλλά να υπάρχει αυτή η δημοσιοποίηση πολλής πληροφορίας. Εμένα πάντα με ζορίζει”.

Και συνεχίζει:

“Θεωρώ ότι είναι too much information, το TMI που λέμε, σε σχέση με λεπτομέρειες και συναισθήματα που δεν αφορούν το ευρύ κοινό. Και είναι κρίμα, μετά από τόσα πολλά χρόνια αποθέωσης και των δύο, να μαθαίνουμε ή να χρειάζεται να τοποθετηθούμε και εμείς, να πάρουμε πλευρά και τα λοιπά”.

Η αγάπη της για το καλλιτεχνικό τους έργο είναι δεδομένη.

“Ξέρουμε όλοι ότι λατρεύω την Άννα Βίσση και τη λατρεύω λέγοντας πάντα πόσο genius είναι ο Νίκος Καρβέλας που έχει γράψει τα τραγούδια. Οπότε για μένα όντως ήταν πάντα πακέτο”.

Αυτό που εύχεται είναι να υπάρξει μια λύση. “Θέλω να πιστεύω ότι θα βρεθεί μια λύση. Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ και την Άννα να μην τραγουδάει τα τραγούδια, αν κάποια στιγμή φτάσει εκεί η κατάσταση”.

Η κουβέντα μάς οδηγεί και σε ένα ευρύτερο ερώτημα: σε ποιον ανήκει τελικά ένα τραγούδι, όταν ο δημιουργός του και ο ερμηνευτής του έχουν συνδεθεί τόσο έντονα με αυτό στη συνείδηση του κοινού; Η Ναταλία δεν προσποιείται ότι έχει μια απλή απάντηση.

“Θα βάλω κι εγώ δεύτερο ερωτηματικό στο ερώτημά σου. Είναι ακριβώς η απορία που έχω. Αν μπορεί κανείς να περιορίσει και να πει ότι όχι, ανήκει μόνο στον δημιουργό αυτό το έργο”.

Περισσότερο, πάντως, την απασχολεί η ανθρώπινη διάσταση. “Σκέφτομαι ότι αυτή τη στιγμή αυτοί οι δύο άνθρωποι είναι πληγωμένοι. Έτσι πιστεύω. Ότι είναι πληγωμένοι”.

Και καταλήγει σε μια διαπίστωση που δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει.

“Αλλά τα τραγούδια είναι τραγούδια. Θα τα ακούμε, θα τα τραγουδάμε, θα τα αγαπάμε. Το τι αποτύπωμα έχει αφήσει ο κάθε καλλιτέχνης μέσα στον καθένα μας είναι μεγάλη αλήθεια”.

“Η απαντηση είναι παντα η ζωη”

Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, της ζητώ να επιλέξει το soundtrack της δικής της ζωής.

Η απάντηση έχει κάτι από το χιούμορ και την αυτογνωσία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συζήτησή μας. “Άσε τους έρωτες”, μου λέει, αναφερόμενη στο τραγούδι.

Την πειράζω ότι είναι μάλλον παράδοξο να επιλέγει αυτόν τον τίτλο μια γυναίκα που αγαπά τόσο πολύ τον έρωτα και τις ιστορίες του.

“Γι’ αυτό! Μ’ αρέσει πάντα να συζητάω για τους έρωτες, να έρχονται μικρά πράγματα και να τα συζητάμε, να έχουμε να λέμε. Δεν είναι για να σου πω “πάει, τον βρήκα, Κωνσταντίνε, αυτός ήταν και τελείωσε””.

Και όταν τη ρωτώ αν τελικά περιμένει τον έρωτα ή αν τον αναζητά, ξεκαθαρίζει τη θέση της.

“Υπάρχει πάντα, νομίζω, η επιθυμία της σύνδεσης και της επαφής και του φλερτ. Αν αυτό σημαίνει ότι ψάχνω, όχι. Αλλά ότι θα ήθελα, ότι υπάρχει πάντα επιθυμία και μια ανοιχτωσιά στο μοίρασμα και στην ανταλλαγή ενέργειας και φλερτ, ναι. Ήμουν πάντα έτσι”.

Η τελευταία μου ερώτηση, ωστόσο, είναι ίσως εκείνη που συμπυκνώνει καλύτερα όσα έχουμε συζητήσει.

Μια ζωή με μεγάλη επιτυχία στα media ή μια ζωή γεμάτη ταξίδια, θέατρα, ποτά, φίλους και εμπειρίες, με μια δουλειά που απλώς επιτρέπει να απολαμβάνεις όλα τα υπόλοιπα; Δεν χρειάζεται χρόνο για να αποφασίσει.

“Η απάντηση είναι πάντα η ζωή. Δηλαδή όποια δουλειά και να μου δώσεις, θέλω να την κάνω για να μπορώ να ζω, να απολαμβάνω τους φίλους, όπως είπες, τα ταξίδια, τις τέχνες, τα ποτά μου. Δεν υπάρχει περίπτωση. Το έχω δει και στην πράξη τι δίνει τη χαρά και πάντα μου την έδινε η ζωή”.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο αντιπροσωπευτική απάντηση της Ναταλίας Αργυράκη. Μιας γυναίκας που αγαπά τη δουλειά της, έχει επενδύσει πολλά σε αυτήν και εξακολουθεί να τη διεκδικεί με τους δικούς της όρους, αλλά δεν επιτρέπει στην επαγγελματική επιτυχία να γίνει ο μοναδικός ορισμός της ευτυχίας. Γιατί, τελικά, όσα κι αν συζητήσαμε για την τηλεόραση, τη δημοσιογραφία, τους άντρες, τους έρωτες και τις ανθρώπινες σχέσεις, η απάντηση ήταν από την αρχή μπροστά μας.

Η απάντηση είναι πάντα η ζωή.

Τελικά τι ψάχνεις, Ναταλία Αργυράκη;


–

Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις από την εγχώρια και διεθνή showbiz στο site μας




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-26 20:09:00

Back to top button