Οικονομία

S&P: Επιβεβαίωσε το ελληνικό rating, σταθερές οι προοπτικές

Σε επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης BBB/A-2 για την Ελλάδα προχώρησε η Fitch, διατηρώντας σταθερές προοπτικές στο ελληνικό αξιόχρεο.

Οπως επισημαίνει, η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά καταγραφής διαδοχικών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, τα οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της S&P Global Ratings, θα φθάσουν το 3,8% του ΑΕΠ το 2026, χάρη στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση και τη μείωση της ανεργίας, παρά την αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.

Παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν αυξημένες, εκτιμούμε ότι η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη και η συμμόρφωσή της με τις δημοσιονομικές συνθήκες της ΕΕ παρέχουν προστασία έναντι του κινδύνου μιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών.

Η οικονομική ανάπτυξη έχει επιδείξει ανθεκτικότητα παρά τις διαδοχικές κρίσεις, ενώ οι προοπτικές παραμένουν θετικές, χάρη στο ακόμη υψηλό απόθεμα επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σχεδιάζονται.

Ως εκ τούτου, επιβεβαιώνουμε τις μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις της Ελλάδας σε «BBB/A-2». Οι προοπτικές (outlook) παραμένουν σταθερές.

Προοπτικές

Οι σταθερές προοπτικές εξισορροπούν τις ισχυρές επιδόσεις της Ελλάδας στην οικονομία και τα δημόσια οικονομικά με το υψηλό απόθεμα εξωτερικού και δημόσιου χρέους.

Αρνητικό σενάριο

Θα μπορούσαμε να υποβαθμίσουμε τις αξιολογήσεις εάν οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παρουσίαζαν σημαντική επιδείνωση.

Θετικό σενάριο

Θα μπορούσαμε να αναβαθμίσουμε την Ελλάδα εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες της βελτιώνονταν ουσιαστικά και με βιώσιμο τρόπο. Αυτό, για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμβεί εάν μειωνόταν η εξάρτηση της οικονομίας από τις εισαγωγές. Θα μπορούσαμε επίσης να αναβαθμίσουμε τη χώρα εάν το εξωτερικό της χρέος, μεγάλο μέρος του οποίου είναι δημόσιο, μειωνόταν σημαντικά.

Υπεραπόδοση έναντι των δημοσιονομικών στόχων το 2026

Η κυβέρνηση αναμένεται να υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους για το 2026. Τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός κινείται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, χάρη στα ισχυρά τουριστικά έσοδα που ενισχύουν την αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ, καθώς και στην περαιτέρω υποχώρηση της ανεργίας και στην επίδραση των μεταρρυθμίσεων για τη φορολογική συμμόρφωση, οι οποίες στηρίζουν τα φορολογικά έσοδα.

Πλέον, σημειώνει ο οίκος, προβλέπουμε ότι το ενοποιημένο ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα καταγράψει πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 3,8% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος. Το αποτέλεσμα αυτό θα είναι κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ υψηλότερο από τον αρχικό στόχο της κυβέρνησης.

Η βελτιωμένη αυτή πρόβλεψη διατυπώνεται παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τις προβλέψεις του προϋπολογισμού, ενώ οι πρόσφατες ανακοινώσεις συνεπάγονται περαιτέρω αύξηση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εγχώριους πόρους, ήδη από το τρέχον έτος.

Στη συνέχεια, τονίζει η S&P, αναθεωρήσαμε προς τα πάνω τις προβλέψεις μας για τα μελλοντικά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Το ιστορικό της Ελλάδας ως προς την υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, παρά τις νέες εξωτερικές και γεωπολιτικές κρίσεις, υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να καταγράφει συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα. Εκτιμούμε ότι αυτά θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ, με το πρωτογενές πλεόνασμα να ανέρχεται στο 3,2% του ΑΕΠ, την περίοδο 2027-2029.

Η δημοσιονομική προσαρμογή μειώνει το καθαρό δημόσιο χρέος

Εκτιμούμε ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση των ρευστών διαθεσίμων, θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του τρέχοντος έτους, καταγράφοντας βελτίωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το επίπεδο στο τέλος του 2019.

Η προσδοκία του οίκου για συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με τη διατηρήσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, στηρίζει την πρόβλεψη για περαιτέρω μείωση του δείκτη στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.

Ανθεκτική οικονομική δραστηριότητα και επενδύσεις

Η οικονομική δραστηριότητα έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, με τις επενδύσεις να αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης, παρά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον.

Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ παρέμεινε σταθερός το δεύτερο τρίμηνο του 2026, φθάνοντας το 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν περιορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης στον απόηχο του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν.

Ο τουρισμός και η επενδυτική δραστηριότητα τροφοδοτούν την ανάπτυξη, με τις επενδύσεις να υποστηρίζονται ιδιαίτερα από το ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το οποίο εισέρχεται στην τελική φάση του.

Η Ελλάδα υπέβαλε τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής από το RRF στις 29 Σεπτεμβρίου 2026. Τα αιτήματα αυτά, υπό την προϋπόθεση της αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σηματοδοτούν την ολοκλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων, καθώς και την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που έχουν διατεθεί στην Ελλάδα μέσω του Ταμείου κατά την πενταετή διάρκεια του προγράμματος.

Σύγκλιση εισοδημάτων και επενδυτικές προοπτικές

Τα εισοδήματα συγκλίνουν σταδιακά προς τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, ενώ το ισχυρό ακόμη επενδυτικό απόθεμα στηρίζει τις προοπτικές ανάπτυξης.

Παρά την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενου RRF, αναμένουμε ότι η Ελλάδα θα στραφεί σε μεγαλύτερο βαθμό προς άλλες διαθέσιμες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, οι οποίες μέχρι σήμερα είχαν χαμηλότερη προτεραιότητα.

Αναμένουμε επίσης αύξηση των εγχώριων πόρων που κατευθύνονται στις δημόσιες επενδύσεις, καθώς οι αρχές είναι πιθανό να δώσουν προτεραιότητα στην αξιοποίηση των πρόσθετων δημοσιονομικών περιθωρίων για επενδύσεις κεφαλαιουχικού χαρακτήρα.

Σε συνδυασμό με την πιθανή συνέχιση της βελτίωσης στην αγορά εργασίας, προβλέπουμε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2027-2029.

Αυτό θα οδηγήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στα 35.100 δολάρια το 2029, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, έναντι 47% το 2019.

Οι επενδύσεις και ο τουρισμός αντισταθμίζουν τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή

Η οικονομική δραστηριότητα έχει παραμείνει ανθεκτική απέναντι στο ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Το ισχυρό επενδυτικό απόθεμα στηρίζει την πρόβλεψη για μέση ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2026-2029.

Οι εκλογές, οι οποίες θα πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027, ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από την κυβέρνηση, ο οίκος εκτιμά ωστόσο ότι υπάρχει διακομματική συναίνεση σε βασικούς στόχους πολιτικής, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές μακροπρόθεσμες προκλήσεις λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της κλιματικής αλλαγής.

Τουρισμός και επενδύσεις στηρίζουν την ανάπτυξη

Η οικονομική δραστηριότητα διατηρεί τη δυναμική της χάρη στα ισχυρά τουριστικά έσοδα και τις επενδύσεις. Παρά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το ΑΕΠ εξακολούθησε να αυξάνεται κατά το τρέχον έτος, με μέσο ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο, περίπου στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια.

Η πολύ ισχυρή τουριστική κίνηση —με τις εισερχόμενες αφίξεις ταξιδιωτών να αυξάνονται κατά 14,7% σε ετήσια βάση έως τον Ιούνιο— σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των επενδύσεων που συνδέονται με έργα του RRF και τις ισχυρές επιδόσεις των εξαγωγών αγαθών, φαίνεται να αντισταθμίζει την επιβάρυνση της κατανάλωσης των νοικοκυριών από το τελευταίο ενεργειακό σοκ.

Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Αυτό υποδηλώνει ότι, πέρα από το ενεργειακό σοκ, τα νοικοκυριά βρίσκονται σε ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που θα στηρίξει την ανάπτυξη.

Ευρεία ανάπτυξη με στήριξη από τη δημοσιονομική πολιτική

Η S&P αναμένει ευρείας βάσης οικονομική ανάπτυξη, η οποία θα υποστηρίζεται από μια ευνοϊκή δημοσιονομική στάση.

Δεν προβλέπει σημαντική επιβράδυνση της επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι κρατικές πιστώσεις για το επενδυτικό πρόγραμμα εξακολουθούν να αυξάνονται, παράλληλα με τη διεύρυνση του διαθέσιμου δημοσιονομικού περιθωρίου.

Επιπλέον, παρότι οι εκταμιεύσεις του RRF θα ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, οι δαπάνες για τα σχετικά έργα θα συνεχιστούν και το 2027 και το 2028, ιδίως στην περίπτωση έργων που χρηματοδοτούνται με δανειακά κεφάλαια και περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Στη συνέχεια, ο οίκος αναμένει αυξημένη αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ως η τρίτη χώρα της ΕΕ με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Ελλάδα εκτιμούμε ότι θα εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό αποδέκτη ευρωπαϊκών πόρων.

Διαρθρωτικές αδυναμίες περιορίζουν τις δυνατότητες της οικονομίας

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας.

Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μεταμόρφωσαν τις οικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες της χώρας, θέτοντας και τα δύο πεδία σε σαφώς πιο βιώσιμη τροχιά.

Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Παρότι ο τραπεζικός τομέας και η αγορά εργασίας έχουν μεταρρυθμιστεί με επιτυχία, η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις των αγορών προϊόντων υπήρξε πιο περιορισμένη, όπως και σε άλλους τομείς, μεταξύ των οποίων η αντίληψη για τη διαφθορά.

Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί μακροπρόθεσμο πρόβλημα

Η συρρίκνωση και η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού συνιστούν μακροπρόθεσμο πρόβλημα.

Ο πληθυσμός έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% από την κορύφωσή του το 2011. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην κατάρρευση των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες, σε συνδυασμό με το κύμα μετανάστευσης που ακολούθησε την κρίση δημόσιου χρέους.

Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα της ΕΕ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι έως το 2050 το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών.

Αυτή η δυσμενής αναλογία εξαρτώμενου πληθυσμού προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη.

Θετική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις έλαβαν σημαντικά μέτρα για τον περιορισμό της δημοσιονομικής έκθεσης του κράτους στις επιπτώσεις αυτής της δημογραφικής μεταβολής, ιδίως μέσω των εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα μετά την κρίση δημόσιου χρέους.

Οι πιο πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη σαφές εάν η συγκεκριμένη αλλαγή θα συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων.

Εκλογές έως τον Ιούλιο του 2027

Οι βουλευτικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027 και, σύμφωνα με τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, ενδέχεται να οδηγήσουν την κυβερνώσα κεντροδεξιά Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) στην απώλεια της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η παραμονή της στην εξουσία μέσω κυβερνητικού συνασπισμού.

Η δημοτικότητα της ΝΔ έχει υποχωρήσει από τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου 2023, όταν το κόμμα εξασφάλισε οριακά τις ψήφους που απαιτούνταν για την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.

Οι δημοσκοπήσεις, ωστόσο, δείχνουν ότι η ΝΔ παραμένει το δημοφιλέστερο κόμμα στη χώρα. Αυτό υποδηλώνει ότι είναι πολύ πιθανό να αναδειχθεί πρώτη στις επόμενες εκλογές, αν και ενδέχεται να χρειαστεί να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας.

Δεδομένου ότι τα περισσότερα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα συμφωνούν πλέον σε βασικά ζητήματα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για βιώσιμα δημόσια οικονομικά και στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, ο οίκος δεν αναμένει ουσιαστική μεταβολή της κατεύθυνσης της οικονομικής πολιτικής μετά τις εκλογές.

Ευελιξία και επιδόσεις: Οι εξωτερικές ανισορροπίες επιβαρύνουν την πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις είναι ισχυρές και αναμένουμε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 3,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2029, ακόμη και με την αύξηση των εγχώριων πόρων που θα διατεθούν σε δημόσιες επενδύσεις.

Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, αλλά μειώνεται. Ο οίκος εκτιμά ότι το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ το τρέχον έτος και προβλέπουμε ότι ο δείκτης θα υποχωρήσει στο 107% έως το τέλος του 2029.

Η εκτίναξη των διεθνών τιμών ενέργειας θα διευρύνει περαιτέρω τις εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας.

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα υπερβαίνουν εκ νέου τους στόχους

Προβλέπουμε πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης ύψους 0,8% του ΑΕΠ, με πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος, έναντι του αρχικού στόχου των αρχών για έλλειμμα 0,1% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 2,8%.

Τα δημοσιονομικά στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τους φόρους εισοδήματος οδηγούν στην υπεραπόδοση έναντι των στόχων, με τα συνολικά ενοποιημένα φορολογικά έσοδα να αυξάνονται κατά 7,6% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η μείωση της ανεργίας και οι περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση, ιδίως η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, έχουν στηρίξει τις ισχυρές επιδόσεις.

Οι δαπάνες έχουν επίσης υπερβεί τον στόχο, κυρίως λόγω της ταχύτερης από την αναμενόμενη εκτέλεσης των επενδυτικών δαπανών, η οποία συνδέεται με την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης των έργων του RRF.

Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που εφαρμόστηκαν για να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ήταν περιορισμένα, με κόστος περίπου 0,3% του ΑΕΠ φέτος, καθώς απευθύνθηκαν κυρίως στις επιχειρήσεις.

Η S&P αναμένει ότι τα μέτρα αυτά θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Ενδεικτικά, είχαν αποσυρθεί τον Ιούνιο, όταν οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν, αν και επανήλθαν τον Οκτώβριο.

Προβλέπει ότι η κυβέρνηση θα διατηρήσει σταθερό πρωτογενές πλεόνασμα, κατά μέσο όρο 3,2% του ΑΕΠ την περίοδο 2027-2029.

Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα συνεπαγόταν κάποια χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, με τους πρόσθετους πόρους να κατευθύνονται πιθανότατα στη στήριξη των εισοδημάτων των νοικοκυριών και στις δημόσιες επενδύσεις.

Σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σχετικά μικρότερες πιέσεις από τις αμυντικές δαπάνες, καθώς συγκαταλέγεται στις μόλις τρεις χώρες του ΝΑΤΟ που δαπανούν σταθερά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα από το 2014, με τις σχετικές δαπάνες να ανέρχονται περίπου στο 3% του ΑΕΠ πέρυσι.

Βελτιώνεται η βιωσιμότητα του χρέους

Η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα υψηλότερα επίπεδα καθαρού δημόσιου χρέους παγκοσμίως από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, με τον δείκτη να κορυφώνεται στο 192% του ΑΕΠ το 2020.

Ωστόσο, από το 2020 και μετά, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική πορεία.

Για το 2026, προβλέπουμε ότι ο δείκτης καθαρού δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 123%, επίπεδο που βρίσκεται πλέον σαφώς χαμηλότερα από εκείνο της Ιταλίας, της πιο υπερχρεωμένης χώρας της Ευρωζώνης, για την οποία προβλέπεται δείκτης 132%.

Έως το 2029, εκτιμούμε ότι ο δείκτης καθαρού δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει περαιτέρω στο 107%.

Στους υπολογισμούς της η S&P λαμβάνει υπόψη τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα που διατηρεί ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), τα οποία εκτιμά ότι θα ανέρχονται σε 33 δισ. ευρώ, ή 12,4% του ΑΕΠ, στο τέλος του 2026.

Παρότι το ελληνικό χρέος παραμένει υψηλό, η διάρθρωσή του είναι ευνοϊκή: η σταθμισμένη μέση διάρκεια αποπληρωμής ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη, το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων (swaps) διαμορφώνεται μόλις στο 1,9%, ενώ το Δημόσιο είναι σε μεγάλο βαθμό προστατευμένο από περαιτέρω μεταβολές των επιτοκίων.

Οι εξωτερικές ανισορροπίες αναμένεται να παραμείνουν

Οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών είναι πιθανό να διατηρηθούν.

Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο σχετικά χαμηλών ελλειμμάτων κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο 2015-2019, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έκτοτε παραμένει αυξημένο, με μέσο όρο 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020-2025.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά εν μέρει την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και της εμπιστοσύνης, καθώς και τις εισαγωγές που συνδέονται με το RRF. Οφείλεται, ωστόσο, και στην υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των υδρογονανθράκων, καθώς και στη συνεχιζόμενη αδυναμία της ανταγωνιστικότητας του εξωτερικού τομέα.

Εκτιμούμε ότι η πρόσφατη βελτίωση θα αναστραφεί, με το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να διευρύνεται στο 7% του ΑΕΠ φέτος, από 5,8% το 2025.

Καθώς το RRF θα αρχίσει να ολοκληρώνεται από το 2027 και οι τιμές της ενέργειας θα εξομαλύνονται, αναμένουμε ότι το έλλειμμα θα αρχίσει και πάλι να περιορίζεται, υποχωρώντας στο 4,5% του ΑΕΠ έως το τέλος της περιόδου των προβλέψεών μας, το 2029.

Το εξωτερικό χρέος επιβαρύνει την πιστοληπτική αξιολόγηση

Η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι συγκριτικά αδύναμη και επιβαρύνει την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.

Οι Έλληνες κάτοικοι εμφάνιζαν καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση ύψους 304 δισ. δολαρίων το 2025, που αντιστοιχούσε στο 231% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Εάν εξαιρεθούν τα περιουσιακά στοιχεία των μη χρηματοπιστωτικών τομέων, τα οποία θεωρούμε γενικά λιγότερο ρευστά για τους σκοπούς της αξιολόγησης της εξωτερικής θέσης των κρατών, το ποσό αυτό αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια, ή στο 270% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Η καθαρή εξωτερική χρεωστική θέση παραμένει σε γενικές γραμμές σταθερή από το 2022 και αναμένουμε ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί. Ωστόσο, τα σημερινά και προβλεπόμενα επίπεδα εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερα από εκείνα των περισσότερων συγκρίσιμων χωρών.

Σε συνδυασμό με το αυξημένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αυτή η δυσμενής εξωτερική χρεωστική θέση συνεπάγεται σημαντικές ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης για την Ελλάδα, εκθέτοντας τη χώρα στις συνθήκες που επικρατούν στις διεθνείς αγορές χρηματοδότησης.

Περιορισμένοι οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες

Κατά την άποψή μας, οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες παραμένουν περιορισμένοι, παρά την αύξηση των τιμών ενέργειας, χάρη στην οικονομική ανάπτυξη, την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την κερδοφορία των τραπεζών και τον περιορισμό του κινδύνου στα χαρτοφυλάκια δανείων, παράλληλα με τη βελτίωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και των επιχειρηματικών τους μοντέλων.

Ως αποτέλεσμα, νωρίτερα φέτος ο οίκος αναθεώρησε σε θετικές τις προοπτικές αξιολόγησης αρκετών ελληνικών τραπεζών που καλύπτει. 

Παρότι οι κίνδυνοι εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι σε σύγκριση με ορισμένες άλλες χώρες, ο λόγος του εταιρικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις έχουν βελτιώσει τους ισολογισμούς τους.

Οι βελτιώσεις στο νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου αφερεγγυότητας και η δημιουργία ηλεκτρονικού μητρώου ενεχύρων, διευκολύνουν περαιτέρω τις διαδικασίες ανάκτησης απαιτήσεων, καταλήγει. 

 




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-23 23:09:00

Back to top button