Οικονομία

Το ΙΟΒΕ «βλέπει» τον πληθωρισμό στο 4% για φέτος

Ανάπτυξη 1,8% για το 2026 και 1,9% για το 2027 προβλέπει το ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών) διατηρώντας αμετάβλητη την εκτίμησή του για τη φετινή χρονιά και αναθεωρώντας οριακά προς τα κάτω την πρόβλεψη για το επόμενο έτος, από 2%, την ώρα που ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεση που παρουσιάστηκε σήμερα.

Συγκεκριμένα το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί στην περιοχή του 4% το 2026, με βασική αιτία την άνοδο των τιμών της ενέργειας και τις επιπτώσεις της στο κόστος παραγωγής, ενώ για το 2027 προβλέπει υποχώρηση στο 3%

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου, το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 8,6% το 2026 και να υποχωρήσει στο 7,8% το 2027.

Η εντονότερη ανοδική πορεία των τιμών αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του κόστους των ενεργειακών αγαθών, αλλά και στις δευτερογενείς επιδράσεις που προκαλεί στις αλυσίδες παραγωγής, υπό το βάρος των συνεχιζόμενων αναταραχών στη Μέση Ανατολή.

Για το 2027, το ΙΟΒΕ αναμένει σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών από το δεύτερο τρίμηνο, με τον πληθωρισμό να υποχωρεί στην περιοχή του 3%. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα παραμένει ιδιαίτερα έντονη, καθώς μια ενδεχόμενη νέα ανάφλεξη των πολεμικών συγκρούσεων θα μπορούσε να ασκήσει πρόσθετες ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Προτεραιότητα η δημοσιονομική σταθερότητα

Κατά την παρουσίαση της έκθεσης, ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΟΒΕ, Γιάννης Ρέτσος, υπογράμμισε ότι η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί προτεραιότητα και βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάκαμψης της επενδυτικής εμπιστοσύνης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Από την πλευρά του, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, σημείωσε ότι οι θετικές τάσεις στην ελληνική οικονομία επιβεβαιώνονται, αλλά μέσα σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης και αυξανόμενης αβεβαιότητας.

Όπως επισήμανε, πέρα από τις συνεχιζόμενες πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η διεθνής οικονομική αβεβαιότητα συνδέεται και με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, ανέδειξε τρεις βασικές προκλήσεις: το αυξανόμενο και ευμετάβλητο ενεργειακό κόστος, το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και τη δημοσιονομική στενότητα που αντιμετωπίζουν μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες.

Για την Ελλάδα, ο Νίκος Βέττας αναγνώρισε τη σταθερότητα της οικονομίας, επισημαίνοντας ότι το ΑΕΠ εξακολουθεί να αυξάνεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ θετικά αξιολογούνται η βελτίωση στην αγορά εργασίας, η δημοσιονομική συνέπεια και η ανθεκτικότητα της κατανάλωσης και του τουρισμού.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στις διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας, όπως ο υψηλότερος πληθωρισμός σε σχέση με την Ευρωζώνη, η διάρθρωση των επενδύσεων, το εξωτερικό έλλειμμα και η χαμηλή παραγωγικότητα.

Στις προκλήσεις αυτές προστίθενται το επενδυτικό κενό, οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις και ο υψηλός όγκος μη εξυπηρετούμενου χρέους στο σύνολο της οικονομίας, ζητήματα που αποτελούν κληρονομιά της προηγούμενης οικονομικής κρίσης και απαιτούν συστηματική αντιμετώπιση.

Ζητούμενο η κοινωνική συνοχή

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ στην επιλογή των μέτρων στήριξης των νοικοκυριών απέναντι στον πληθωρισμό, σημειώνοντας ότι οι άμεσες και στοχευμένες μεταβιβάσεις είναι συχνά αποτελεσματικότερες από τις επιδοτήσεις στην τελική τιμή, οι οποίες υποβαθμίζουν τον μηχανισμό των τιμών.

Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε κρίσιμο τον συντονισμό των σχετικών πολιτικών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αναφερόμενος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στάθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας με παράλληλη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, όπως έχει αναδειχθεί και στην έκθεση Ντράγκι του 2024. Ωστόσο, επισήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές υστερήσεις στην ενίσχυση του ανθρώπινου και φυσικού κεφαλαίου, καθώς και στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού πλαισίου ευρωπαϊκών πολιτικών.

Στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων βρίσκεται και η διαμόρφωση του νέου προϋπολογισμού της ΕΕ και του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2028–2034, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο ζήτημα.

Για την ελληνική οικονομία, τέλος, ο Νίκος Βέττας υπογράμμισε ότι προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσουν η ενίσχυση της επενδυτικής βάσης και η αύξηση της παραγωγικότητας, μέσα από μεταρρυθμίσεις με μακροχρόνιο ορίζοντα που θα συμβάλουν στη σταδιακή στροφή προς την παραγωγή υψηλότερης αξίας.


Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-15 20:09:00

Back to top button