
Σάντρο Ματσόλα, το πιο διάσημο μουστάκι του ιταλικού ποδοσφαίρου
Οι Ιταλοί μιλούσαν για τον Αλεσάντρο (Σάντρο) Ματσόλα προτού καν τον δουν να αγωνίζεται σε επίσημο ματς. Είχαν ακούσει πολλά για τον χαρισματικό τινέιτζερ που μεγάλωσε στις ποδοσφαιρικές ακαδημίες της Ιντερ. Κυρίως, όμως, ανυπομονούσαν να γνωρίσουν τον κληρονόμο ενός ονόματος που είχε αποκτήσει μυθικές διαστάσεις στα ιταλικά γήπεδα πολύ πριν αρχίσει ο Σάντρο τη δική του καριέρα.
Ο πατέρας του, Βαλεντίνο Ματσόλα, υπήρξε αρχηγός και σύμβολο της θρυλικής «Grande Torino» που ξεκληρίστηκε τον Μάιο του 1949 στην αεροπορική τραγωδία της Σουπέργκα. Οταν έχασε τον πατέρα του, ο μικρός δεν είχε κλείσει ακόμη τα επτά. Οπως εκμυστηρεύθηκε κάποτε σε συνέντευξή του, εκείνη η τραγωδία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει επαγγελματίας παίκτης.
Πρωτοεμφανίστηκε στη μεγάλη σκηνή της Serie A στις 10 Ιουνίου 1961, σε ένα από τα πιο επεισοδιακά ματς στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου. Η αρχική αναμέτρηση της Ιντερ με τη Γιουβέντους είχε διακοπεί λόγω εισβολής οπαδών. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ιταλίας είχε ανακηρύξει νικήτρια την ομάδα του Μιλάνου, όμως αργότερα διέταξε την επανάληψη του παιχνιδιού. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, στον επαναληπτικό αγώνα η Ιντερ παρέταξε την Primavera της, την ομάδα των Νέων, και ηττήθηκε με 9-1. Το «γκολ της τιμής» το πέτυχε ο (18χρονος τότε) Ματσόλα με εκτέλεση πέναλτι.
Ηταν η απαρχή μιας μυθικής καριέρας, την οποία αφιέρωσε εξ ολοκλήρου στους «νερατζούρι». Τους έμεινε πιστός επί 17 χρόνια, έως το 1977 που αποσύρθηκε από τη δράση. «Υπάρχουν εκείνοι που κερδίζουν μια θέση στην Ιστορία. Υπάρχουν και εκείνοι που γίνονται η ίδια η ιστορία της Ιντερ. Από νεαρός παίκτης μέχρι αιώνιο σύμβολο της ομάδας, ο Σάντρο Ματσόλα επηρέασε γενιές, νικώντας, συγκινώντας και μεταδίδοντας την αγάπη για αυτά τα χρώματα», έγραψε ο σύλλογος αποχαιρετώντας τον για πάντα. Εφυγε από τη ζωή το Σάββατο (19/9) σε ηλικία 83 ετών.
Είχε εξασφαλίσει μια θέση στην αιωνιότητα πριν ακόμη κλείσει τα 21. Εκείνο το μαγιάτικο βράδυ του 1964 στη Βιέννη, που με δύο δικά του γκολ η Ιντερ κέρδισε το πρώτο της Κύπελλο Πρωταθλητριών νικώντας με 3-1 την τρομερή Ρεάλ Μαδρίτης του Αλφρέδο ντι Στέφανο και του Φέρεντς Πούσκας, η οποία ήταν αήττητη στο τουρνουά. Μετά τη λήξη του τελικού ο Πούσκας τον πλησίασε και του είπε: «Αγόρι μου, έχω παίξει εναντίον του πατέρα σου… Aξίζεις». Ο Ματσόλα τζούνιορ ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία ποδοσφαιριστών που δεν λύγισαν από το βάρος του ονόματος που κληρονόμησαν.
Οπως ο Βαλεντίνο στην «Grande Torino», ο Σάντρο αναδείχθηκε πρωταγωνιστής της «Grande Inter» του Ελένιο Ερέρα, η οποία κατέκτησε το Πρωταθλητριών και την επόμενη σεζόν, και κυριάρχησε στην Ιταλία και στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’60. Μαζί με τον συνομήλικό του Τζατσίντο Φακέτι, έναν από τους πρώτους φουλ-μπακ στα χρονικά του ποδοσφαίρου, υπήρξαν οι δύο πιο αγαπημένοι παίκτες του αυταρχικού και εξαιρετικά απαιτητικού αργεντινού προπονητή.
Των οπαδών της Ιντερ, επίσης. Αλλά παντού και πάντα οι οπαδοί… ερωτεύονται πιο εύκολα «φαντεζί» παίκτες όπως ο μυστακοφόρος Ματσόλα, που αγωνιζόταν ως επιτελικός μέσος ή στην κορυφή της επίθεσης. Ηταν φοβερός τεχνίτης, ταχύτατος, εξαιρετικός ντριμπλέρ και πολύ αποτελεσματικός μπροστά στην αντίπαλη εστία. Μια όαση στο «κατενάτσιο» του Ερέρα, που έδινε έμφαση στην τακτική και στην ανασταλτική λειτουργία.
Το άλλο σπουδαίο «δεκάρι» της εποχής ήταν ο Τζάνι Ριβέρα, παίκτης των «απέναντι», της Μίλαν. Το «χρυσό παιδί» του ιταλικού ποδοσφαίρου, όπως τον αποκαλούσαν επειδή είχε μια ξεχωριστή φινέτσα στο παιχνίδι του και εκπληκτική ακρίβεια στις πάσες. Ο Ματσόλα ήταν πιο δυνατός και πιο γρήγορος. Είχαν και οι δύο την τύχη να συναντήσουν μεγάλους δασκάλους της μπάλας. Ο Ματσόλα τον Ερέρα και ο Ριβέρα τον Νερέο Ρόκο, δημιουργό της μεγάλης Μίλαν.
Ο πρώτος κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα Ιταλίας, δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών και δύο Διηπειρωτικά. Ο δεύτερος, τρία πρωταθλήματα, δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών, δύο Κύπελλα UEFA, τέσσερα Κύπελλα Ιταλίας και ένα Διηπειρωτικό. Η μεγάλη τους ατυχία ήταν πως δεν «χωρούσαν» μαζί στην εθνική ομάδα της Ιταλίας. Ηταν και οι δύο «μπαλαντέρ» και δεν βοηθούσαν στην άμυνα.
Δεκαετίες πριν από το μεγάλο δίλημμα «Ντελ Πιέρο ή Τότι;», οι προπονητές της «Σκουάντρα Ατζούρα» –και κοντά τους όλοι οι Ιταλοί– βίωναν το ντιμπέιτ «Ριβέρα ή Ματσόλα», το οποίο στα ‘60s μονοπωλούσε τις ποδοσφαιρικές συζητήσεις, ιδίως στο Μιλάνο. Το 1966, στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας, ήταν βασικοί στο ιστορικό «κάζο» της Ιταλίας, που ηττήθηκε (1-0) και αποκλείστηκε από τη Βόρεια Κορέα.
Επαιζαν συνήθως μία ο ένας και μία ο άλλος. Ή από ένα 45λεπτο στο ίδιο ματς. Με αφορμή τον θάνατο του Ματσόλα η Rai έφερε στο φως μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο αστέρας της Ιντερ την επομένη του ημιτελικού εναντίον της Γερμανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970. Μιλούσε για αυτή τη διαρκή εναλλαγή του με τον Ριβέρα, ο οποίος σε εκείνο το ματς είχε πετύχει το νικητήριο τέρμα (4-3) στο 111′ της παράτασης. Λίγες μέρες μετά, η Ιταλία έχασε (4-1) τον τελικό από τη Βραζιλία, με τον Ριβέρα ξεχασμένο στον πάγκο μέχρι το 84ο λεπτό. Το μόνο μεγάλο τρόπαιο που κέρδισε η «Σκουάντρα Ατζούρα» στα χρόνια του Ματσόλα και του Ριβέρα ήταν το Euro του 1968 –Κύπελλο Εθνών Ευρώπης το λέγαμε τότε– με μαέστρο τον Ματσόλα.
Το 1971 «άγγιξε» τη Χρυσή Μπάλα. Στη σχετική ψηφοφορία ήρθε δεύτερος πίσω από τον τεράστιο Γιόχαν Κρόιφ, για να δηλώσει μετά την απονομή ότι ο Ολλανδός άξιζε το βραβείο περισσότερο από εκείνον. Είχε τεράστια αδυναμία στους αρτίστες της μπάλας, και όχι στους ποδοσφαιριστές-αθλητές. Ως αθλητικός διευθυντής της Ιντερ επί προεδρίας Μάσιμο Μοράτι ήταν εκείνος που εισηγήθηκε την απόκτηση του Ρονάλντο (του Βραζιλιάνου) το 1997.
«Να με θυμούνται ως έναν καλό άνθρωπο, που πάντα έδινε τον καλύτερό του εαυτό», απαντούσε κάθε φορά που τον ρωτούσαν πώς θα ήθελε να τον γράψει η Ιστορία.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-20 15:32:00
