Κόσμος

Γερμανία: Κρίσιμες περιφερειακές κάλπες στη σκιά της πολιτικής αβεβαιότητας

Σε μια ομαλή πολιτική περίοδο, οι σημερινές (20/9) τοπικές εκλογές στο Βερολίνο και το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, οι οποίες αφορούν συνολικά περίπου 4,5 εκατομμύρια ψηφοφόρους, θα συγκέντρωναν ελάχιστο ενδιαφέρον. Όμως η τρέχουσα συγκυρία στη Γερμανία απέχει παρασάγγας από το «κανονικό».

Η ραγδαία ενίσχυση της ακροδεξιάς, η δημοσκοπική και εκλογική κατρακύλα του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), η οικονομική ασφυξία και η παγκόσμια αστάθεια, πλαισιωμένες από έναν Καγκελάριο που βλέπει τη θέση του να κλυδωνίζεται, συνθέτουν ένα εξαιρετικά σκοτεινό, ίσως και επικίνδυνο, πολιτικό σκηνικό.

Ήττα προ των πυλών για το CDU στην παλιά «έδρα» της Μέρκελ

Στο πρώην ανατολικογερμανικό κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, το οποίο βρέχεται από τη Βαλτική, ενδέχεται σήμερα, Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου, να κριθεί το ίδιο το πολιτικό μέλλον του Φρίντριχ Μερτς. Εάν οι μετρήσεις επιβεβαιωθούν, το CDU θα παλέψει οριακά να εξασφαλίσει το 5% για να εισέλθει στο τοπικό Κοινοβούλιο, μια προοπτική που έμοιαζε επιστημονική φαντασία για την πάλαι ποτέ εκλογική περιφέρεια της Άνγκελα Μέρκελ. Προνοώντας για κάθε ενδεχόμενο, ο Καγκελάριος έχει ήδη συγκαλέσει εκτάκτως την Εκτελεστική Επιτροπή του κόμματός του για το απόγευμα.

Την ίδια στιγμή, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) διεκδικεί την πρωτιά ξεκάθαρα από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) της Μανουέλα Σβέσιγκ, «φλερτάροντας» με ποσοστά της τάξης του 36%. Η νυν πρωθυπουργός, χρησιμοποιώντας το σλόγκαν «γυναίκα εναντίον του μπλε» (σε μια σαφή αναφορά στο κομματικό χρώμα της AfD), επιχειρεί να αποδείξει πως διατηρεί τον έλεγχο του κρατιδίου της, μένοντας αλώβητη από τη φθορά που υφίσταται το SPD σε εθνικό επίπεδο.

Το συγκεκριμένο κρατίδιο των 1,6 εκατομμυρίων κατοίκων στα σύνορα με την Πολωνία, είναι το πιο αραιοκατοικημένο σε ολόκληρη τη χώρα. Καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό κατοίκων ξένης καταγωγής (μεταξύ 6,5% και 7,8%, κυρίως Πολωνούς και Ουκρανούς) και ποσοστό ανεργίας στο 8%, σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Γερμανίας. Παρά τον χαρακτήρα του ως τουριστικού παραδείσου με 16 εθνικά πάρκα, ο οποίος αποτελούσε ιδανικό θέρετρο για τους Ανατολικογερμανούς, το μέρος κουβαλά μια βαρύτατη ιστορική σκιά. Τον Αύγουστο του 1992 στο Ροστόκ-Λιχτενχάγκεν γράφτηκε μία από τις πιο μαύρες σελίδες της επανένωσης, όταν νεοναζί πυρπόλησαν κατοικίες Ρομά και Βιετναμέζων εργατών, ενώ 3.000 άτομα τους επευφημούσαν και οι Αρχές παρακολουθούσαν αμήχανα.

Σήμερα, 24 χρόνια μετά, το μισαλλόδοξο σύνθημα «Η Γερμανία στους Γερμανούς – Έξω οι ξένοι!» ακούγεται και πάλι ανατριχιαστικά, αυτή τη φορά νομιμοποιημένο υπό τις σημαίες της AfD. Ο επικεφαλής του ψηφοδελτίου της, Λάιφ-Έρικ Χολμ, αξιοποιώντας την επικοινωνιακή του δεινότητα ως πρώην ραδιοφωνικός παραγωγός, στηρίζεται στο αφήγημα: «Eμείς εδώ κάτω και αυτοί εκεί πάνω που δεν μας καταλαβαίνουν και δεν μας νοιάζονται». Στις προτάσεις του συμπεριλαμβάνονται η συγκρότηση μιας «Ομάδας Δράσης Απελάσεων» στα πρότυπα των αμερικανικών υπηρεσιών μετανάστευσης, η αντιμετώπιση του ενεργειακού προβλήματος με το άνοιγμα του Nord Stream 2 και των πυρηνικών εργοστασίων, και μια ριζική αλλαγή στην παιδεία με αποκλειστική έμφαση στις επιδόσεις αντί για την ενσωμάτωση.

Βερολίνο: Η υπερχρεωμένη μητρόπολη των αντιθέσεων

Από την άλλη πλευρά, το Βερολίνο παραμένει μια πόλη που αρνείται να μπει στα «καλούπια» της υπόλοιπης Γερμανίας. Μια πρωτεύουσα εναλλακτική, γεμάτη χρώμα και αντιφάσεις, που ενώ γοητεύει τους επισκέπτες της, εξαντλεί τους κατοίκους της και βουλιάζει στα χρέη. Χαρακτηριστικό είναι πως μπήκε στο 2026 με δημοσιονομικό κενό 4,6 δισ. ευρώ. «Το Βερολίνο είναι φτωχό, αλλά σέξι», είχε αποφανθεί ήδη από το 2003 ο τότε δήμαρχος, Κλάους Βόβεραϊτ. Εσχάτως, ωστόσο, φαίνεται να χάνει και τον «σέξι» χαρακτήρα του, εκείνον τον ιδιαίτερο παλμό που κάποτε μαγνήτιζε ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης.

Η μεγαλύτερη πληγή σήμερα είναι το στεγαστικό. Ο πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία, αφήνοντας πίσω του υποδομές, την ώρα που οι ντόπιοι μάχονται για να μην γεμίσουν τσιμέντο και οι λιγοστοί ελεύθεροι χώροι που έχουν απομείνει. Ακριβώς πάνω στο ζήτημα των ενοικίων και της στέγης χτίζει την εκστρατεία της η Ελίφ Εράλπ, η υποψήφια της Αριστεράς που παρομοιάζεται με τον Ζοχράν Μαμντάνι της Νέας Υόρκης. Με αντικαπιταλιστικό λόγο, κόκκινο κραγιόν και προτάσεις για κρατικοποίηση οικιστικών συγκροτημάτων, η Εράλπ φαντάζει ισχυρό φαβορί. Άλλωστε, έχει ήδη συμβουλευτεί τον υπεύθυνο στρατηγικής του Μαμντάνι και έχει σοβαρές πιθανότητες να εκλεγεί η πρώτη τουρκικής καταγωγής Δήμαρχος στην πόλη με τη μεγαλύτερη τουρκική κοινότητα παγκοσμίως (εκτός Τουρκίας).

Στον αντίποδα, ο υποψήφιος του CDU, Στέφαν Έβερς, επιχειρεί τη δική του ανατροπή, ακολουθώντας την Αριστερά σε απόσταση αναπνοής. Και αυτό, παρότι ανέλαβε την κούρσα μόλις τον Αύγουστο, ύστερα από την πολιτική κατάρρευση του Κάι Βέγκνερ, ενός Δημάρχου που πιάστηκε να παίζει τένις την ώρα που 100.000 πολίτες έμεναν χωρίς ρεύμα για πέντε ημέρες. Ο Έβερς, νυν γερουσιαστής Οικονομικών, απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα ψηφοφόρων. «Είμαι συντηρητικός και αυτό είναι καλό», τονίζει (παραφράζοντας την ιστορική ατάκα του Βόβεραϊτ «Είμαι ομοφυλόφιλος και αυτό είναι καλό»), ενώ υπογραμμίζει παράλληλα και τον δικό του σεξουαλικό προσανατολισμό. Δίνοντας προτεραιότητα στους κανόνες, την ασφάλεια και την καθαριότητα, δεν παραλείπει να προειδοποιεί για τον όλεθρο που, κατά τον ίδιο, θα φέρει ένας συνασπισμός Αριστεράς, SPD και Πρασίνων.

Κλυδωνίζεται η εμπιστοσύνη στη Δημοκρατία

Ο Στέφαν Κορνέλιους, κυβερνητικός εκπρόσωπος και κατά πολλούς πολιτικό «alter ego» του Φρίντριχ Μερτς με ικανότητα να αφουγκράζεται την κοινωνία το ίδιο καλά με εκείνον, έσπευσε πρόσφατα να υποβαθμίσει τις άσχημες δημοσκοπήσεις χαρακτηρίζοντάς τις «μη σοβαρές». Ωστόσο, υπάρχει μία έρευνα που δεν μπορεί να προσπεραστεί εύκολα.

Σύμφωνα με δεδομένα του Ινστιτούτου Forsa (για λογαριασμό των n-tv/RTL), το 32% των ερωτηθέντων εμφανίζεται δυσαρεστημένο από «τη δημοκρατία στη Γερμανία και από το πολιτικό σύστημα, όπως θεμελιώνεται στο Σύνταγμα», έναντι 68% που δηλώνει ικανοποιημένο. Στην ανατολική Γερμανία η εικόνα γίνεται οριακή: μόλις 51% εμπιστεύεται το πολίτευμα, ενώ το 48% το απορρίπτει. Στις τάξεις των υποστηρικτών της AfD, η δυσαρέσκεια σκαρφαλώνει στο 59%, με τους ικανοποιημένους να περιορίζονται στο 41%.

Αυτή η «αποτύπωση της στιγμής», σύμφωνα με την ορολογία του Κορνέλιους, προσφέρει μια σαφή εξήγηση για τις εκλογικές ανατροπές των τελευταίων μηνών. Όταν ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού γυρνά την πλάτη του στο ίδιο το δημοκρατικό σύστημα, αναμενόμενα οι σημερινές κάλπες, παρότι αντιπροσωπεύουν μόλις το 6% των πολιτών, αποκτούν τεράστια βαρύτητα. Δεν κρίνουν απλώς τη μοίρα ενός Καγκελαρίου, αλλά την κατεύθυνση ολόκληρης της χώρας.


Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-20 10:45:00

Back to top button