Οικονομία

Πιερρακάκης: «Οσο αυξάνεται το κόστος, θα αυξάνουμε την προστασία των πολιτών»

Τη διαβεβαίωση ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να παρεμβαίνει για τον περιορισμό των πιέσεων από την ακρίβεια, ενώ παράλληλα θα επιδιώξει μεγαλύτερη χρηματοδότηση της οικονομίας από τις τράπεζες, δίνει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συνέντευξή του στην «Εφημερίδα των Συντακτών».

Ο κ. Πιερρακάκης αναγνωρίζει ότι η άνοδος του κόστους σε τρόφιμα, ενοίκια και υπηρεσίες μπορεί να απορροφήσει μέρος των οφελών από τα μέτρα της ΔΕΘ, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι η απάντηση πρέπει να είναι διπλή: μόνιμη ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και έκτακτες παρεμβάσεις όταν οι συνθήκες το απαιτούν.

Οπως αναφέρει, τα τελευταία δύο χρόνια έχουν διατεθεί 4 δισ. ευρώ για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, μέσω αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις, αλλά και μειώσεων φόρων και εισφορών. Παράλληλα, μέσα στο 2026 έχουν κινητοποιηθεί περισσότερα από 800 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση έκτακτων πιέσεων. «Όσο αυξάνεται το κόστος, θα αυξάνουμε την προστασία των πολιτών», σημειώνει, προσθέτοντας ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει τις διεθνείς τιμές ενέργειας, μπορεί όμως να περιορίζει τις επιπτώσεις τους στα νοικοκυριά.

Σε ό,τι αφορά τον «κουμπαρά» για τη νέα γενιά, ο υπουργός υπερασπίζεται την επιλογή να συνδέεται η κρατική ενίσχυση με την αποταμίευση της οικογένειας, επισημαίνοντας ότι έχει τεθεί ανώτατο όριο 1.200 ευρώ ετησίως. Όπως εξηγεί, το κράτος θα αντιστοιχίζει ένα ευρώ για κάθε ευρώ που αποταμιεύεται για το παιδί, μέχρι το συγκεκριμένο όριο, ώστε μια οικογένεια με υψηλότερο εισόδημα να μην μπορεί να λάβει μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση.


Για τις οικογένειες που δεν έχουν τη δυνατότητα να αποταμιεύσουν, παραπέμπει στα υφιστάμενα εργαλεία κοινωνικής και φορολογικής πολιτικής, όπως το επίδομα γέννησης, το Α21 και τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τρίτεκνους και πολύτεκνους.

Ο κ. Πιερρακάκης υπερασπίζεται παράλληλα την πολιτική πρόωρης αποπληρωμής του δημόσιου χρέους, απορρίπτοντας το δίλημμα μεταξύ μείωσης χρέους και κοινωνικών ή αναπτυξιακών παρεμβάσεων. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πρόωρες αποπληρωμές του 2026 ανέρχονται σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ και εξοικονομούν περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως από τόκους. Παράλληλα, εκτιμά ότι έχουν ήδη περιορίσει κατά περίπου 800 εκατ. ευρώ την πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση που θα προέκυπτε από το 2032.


Στο σκέλος των επενδύσεων, ο υπουργός υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία έχει κάνει σημαντική απόσταση από το 2019, όταν οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από 11% του ΑΕΠ, έναντι 17,7% σήμερα. Απορρίπτει την κριτική ότι η άνοδος βασίζεται κυρίως σε ακίνητα και τουρισμό, σημειώνοντας ότι στις κατασκευές περιλαμβάνονται μεγάλα έργα υποδομής, όπως το Ελληνικό, ο ΒΟΑΚ, η Πατρών-Πύργου, τα λιμάνια και οι ενεργειακές διασυνδέσεις.

Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η περαιτέρω ενίσχυση των εξαγωγών και η προσέλκυση επενδύσεων σε τομείς όπως το φάρμακο, η άμυνα, τα τρόφιμα, η ενέργεια και η τεχνολογία. Οι εξαγωγές, όπως αναφέρει, έχουν αυξηθεί από περίπου 20% του ΑΕΠ την περίοδο της κρίσης σε περίπου 42% σήμερα, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να βρίσκεται στο 51%.


Στο μέτωπο της στέγασης, ο κ. Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση κινείται ταυτόχρονα στην κατεύθυνση της άμεσης στήριξης και της αύξησης της προσφοράς κατοικιών. Αναφέρεται στο «Σπίτι μου», στην επιστροφή ενός ενοικίου και στα μέτρα για την αξιοποίηση κλειστών κατοικιών, ενώ κάνει λόγο για κοινωνική αντιπαροχή, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Εθνική Στρατηγική Στέγασης 2026-2035 περιλαμβάνει 50 παρεμβάσεις, συνολικού ύψους άνω των 6,5 δισ. ευρώ.

Για τα «κόκκινα» δάνεια, ο υπουργός δίνει έμφαση στις ρυθμίσεις και όχι στους πλειστηριασμούς, επικαλούμενος τον εξωδικαστικό μηχανισμό, τις 72 δόσεις και τα άλλα εργαλεία προστασίας των οφειλετών. Αναφέρει ότι έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχεδόν 70.000 επιτυχείς ρυθμίσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό, για αρχικές οφειλές άνω των 20 δισ. ευρώ, ενώ από τις 21 Σεπτεμβρίου ενεργοποιείται και νέα πλατφόρμα για την προστασία της κύριας κατοικίας.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις τράπεζες, υποστηρίζοντας ότι η εξυγίανση των ισολογισμών τους πρέπει πλέον να αποτυπωθεί περισσότερο στην πραγματική οικονομία. «Η επιτυχία των τραπεζών πρέπει να φαίνεται και στην πραγματική οικονομία», λέει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων οι ελληνικές τράπεζες έχουν περίπου 62 ευρώ σε δάνεια, έναντι περίπου 93 ευρώ στην Ευρωζώνη.

Κατά τον ίδιο, υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο για ταχύτερη πιστωτική επέκταση, ιδίως προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ οι πολίτες θα πρέπει να έχουν περισσότερες επιλογές για την αξιοποίηση των αποταμιεύσεών τους. Παράλληλα, προαναγγέλλει συνέχιση των παρεμβάσεων όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί προς όφελος των καταναλωτών, όπως συνέβη με τις τραπεζικές προμήθειες.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-19 17:59:00

Back to top button