
Γιατί μας πόνεσε τόσο ο θάνατος του Γιωργου Μαζωνάκη – Πού οφείλεται το συλλογικό τραύμα
Ο αδόκητος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, μετέτρεψε τον αγαπημένο καλλιτέχνη σε έναν τεράστιο μύθο, σε ένα «ποτάμι» λύπης και δακρύων που δεν γυρίζει πίσω αλλά και σε ένα συλλογικό πένθος.
Για όλα τα παραπάνω, και κυρίως για την ανατομία του φαινομένου και του μύθου Μαζωνάκη- που λατρεύτηκε στη ζωή αλλά σίγουρα πολύ παραπάνω στο θάνατό του- το CNN Greece, μίλησε με την κυρία Ελευθερία – Έρη Κεχαγιά, Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλος Οικογένειας ECP, Μ.Α. Counselling Psychology & Psychotherapy Keele Univ., England.
Σε μία συζήτηση εκ βαθέων, η συνομιλήτριά μας αναφέρεται στην ανατομία του «φαινομένου» Μαζωνάκης, στη μοναξιά και την ευαλωτότητά του που ποτέ δεν έκρυψε, στο αποτύπωμά του- καλλιτεχνικό αλλά κυρίως ανθρώπινο με κύρια χαρακτηριστικά την αυθεντικότητα και την ταπεινότητά του. Η κυρία Κεχαγιά αναλύει με ευαισθησία το συλλογικό πένθος που βιώνει όλη η χώρα και μάλιστα από εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, διαφορετικών ηλικιών, εκπαιδευτικού υπόβαθρου, εισοδημάτων και κουλτούρας. Μήπως τελικά αυτό το συλλογικό πένθος, αντανακλά τον προσωπικό πόνο του καθενός μας;
«Μεταφορικά, όλοι κρύβουμε ένα ράγισμα, όλοι ψάχνουμε ένα ασφαλές καταφύγιο και όλοι κινδυνεύουμε από την απληστία της μετριότητας, αν δεν διεκδικήσουμε στιβαρά όρια, κώδικες δεοντολογίας που να τηρούνται και ηθικό νόμο», τονίζει εμφατικά η κυρία Κεχαγιά.
Η Ελευθερία – Έρη Κεχαγιά, Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλος Οικογένειας ECP, Μ.Α. Counselling Psychology & Psychotherapy Keele Univ., England.
Νίκος Ραζής / CNN Greece
Για τη μοναξιά που βίωνε ο αγαπημένος καλλιτέχνης αλλά και την ανάγκη που επιβάλλει η εποχή μας να νοιώσουμε γρήγορα καλά, η συνομιλήτριά μας, επισημαίνει μεταξύ άλλων:
«Η έλξη ενός αληθινού φύλακα-αγγέλου που θα έβαζε ένα σωτήριο «στοπ», μετατρέπει την ψυχή σε εύκολη λεία για υποσχέσεις γρήγορης και μαγικής ανακούφισης. Αυτό συνδέεται απόλυτα με μια λίαν επικίνδυνη τάση που βλέπουμε σήμερα να γιγαντώνεται προοδευτικά και στον δικό μου χώρο, αυτόν της ψυχικής υγείας. Ζούμε στην εποχή του «χωρίς υπομονή και αναμονή (delay)», στην εποχή που όλοι αναζητούν μανιωδώς ένα τύπου fast-track, γρήγορο reset. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς παγίδα: η ανάγκη για μια μαγική σανίδα σωτηρίας, οδήγησε τον Γιώργο στην πλασμαφαίρεση και οδηγεί το σύγχρονο κοινό στις πρόχειρες ψυχοθεραπείες που μπορεί να βρει πολύ εύκολα. Όταν αυτός ο εσωτερικός ηθικός νόμος — τα όρια που βάζει ο καθένας στη συνείδησή του — αρχίζει να υποχωρεί, τότε η επιστήμη χάνει το ανθρώπινο πρόσωπό της».
Για την παγίδα μάλιστα ένας άνθρωπος να νοιώσει γρήγορα καλά- ψυχικά και σωματικά-, η συνομιλήτριά μας αναφέρει:
Δυστυχώς πολλές φορές, ο άνθρωπος εκχωρεί την ευθύνη της ίδιας του της ζωής σε τρίτους και παραδίδεται παθητικά, αφήνοντας σε εκείνους τον έλεγχο της ζωτικής του ορμής. Είναι μια έμμεση κραυγή για λύτρωση, μια ανάγκη να «καθαρίσει» από τους ρόλους και τη βαριά κληρονομιά της επωνυμίας ή των συναισθηματικών βαρών και κενών που φέρει.
Η ευχή που δίνει η κυρία Κεχαγιά, τόσο ως άνθρωπος όσο και ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας, είναι: «να γίνει η απώλειά του μοναδικού και ευαίσθητου αυτού καλλιτέχνη, ένα ηχηρό καμπανάκι αφύπνισης: ας μάθουμε καλύτερα να υποψιαζόμαστε τους δήθεν “σωτήρες”, ας βάζουμε όρια και κυρίως, ας γίνουμε εμείς οι ίδιοι ένα αληθινό, στιβαρό λιμάνι για όσους υποφέρουν βουβά δίπλα μας».
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη της κ. Κεχαγιά
Κυρία Κεχαγιά, βρεθήκατε προσωπικά στην αγρυπνία του Γιώργου Μαζωνάκη, μέσα σε ένα ασφυκτικό πλήθος κόσμου που θρηνούσε συντετριμμένος. Γιατί αυτή η απώλεια προκάλεσε τόσο βαθύ, συλλογικό σοκ;
Βρέθηκα στην αγρυπνία του Γιώργου μας όχι ως απλός παρατηρητής, ούτε για να κάνω μια lifestyle κριτική. Ένιωσα την ανάγκη να είμαι εκεί σωματικά και ψυχικά, ούσα και η ίδια συντετριμμένη. Όχι μόνο επειδή λάτρευα την αυθεντική του «τρέλα», τη μοναδική χροιά της φωνής του και τους στίχους του που ξεπηδούσαν μέσα από τις πιο άγριες υπαρξιακές συγκρούσεις. Ούτε μόνο γιατί ήταν τόσο νέος. Πήγα κυρίως για τον άδικο, βίαιο επίλογό του. Ως μάχιμη επαγγελματίας υγείας εδώ και 30 χρόνια, ένιωσα την ανάγκη να αφουγκραστώ αυτό το βαθύ, συλλογικό τραύμα της κοινωνίας μας και το δικό μου καλύτερα μέσα στο πλήθος, ο ένας δίπλα στον άλλον ασφυκτικά.
Ο Γιώργος, πίσω από τη λάμψη και το όνομα, αναζητούσε ένα λιμάνι να τον εμπεριέξει και μια άγκυρα να τον γειώσει, να του δώσει ένα στιβαρό στήριγμα στην τρικυμία της ζωής του. Αντίθετα, πλήρωσε αδρά το τίμημα για να τον… αφαιμάξουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια φράση που κυκλοφορεί τις τελευταίες ώρες στο διαδίκτυο συμπυκνώνει όλη την αλήθεια νομίζω, σε επτά λέξεις:
«Για όλους εμάς, που είμαστε λίγο Μαζωνάκης». Μεταφορικά, όλοι κρύβουμε ένα ράγισμα, όλοι ψάχνουμε ένα ασφαλές καταφύγιο και όλοι κινδυνεύουμε από την απληστία της μετριότητας, αν δεν διεκδικήσουμε στιβαρά όρια, κώδικες δεοντολογίας που να τηρούνται και ηθικό νόμο.

Ελευθερία – Έρη Κεχαγιά, Ψυχοθεραπεύτρια – Σύμβουλος Οικογένειας
Νίκος Ραζής / CNN Greece
Στο προσκήνιο βρέθηκε με πολύ σκληρό τρόπο η οικογένειά του, πότε για οικονομικούς λόγους και πότε για ζητήματα ψυχικής υγείας. Πώς ερμηνεύετε ως σύμβουλος οικογένειας και ψυχοθεραπεύτρια, αυτή τη δημόσια διαμάχη;
Η σφοδρή οικογενειακή και δικαστική σύγκρουση που ήρθε στο φως της δημοσιότητας, γκρέμισε το αφήγημα της Αγίας Ελληνικής Οικογένειας. Με βίαιο τρόπο επιβεβαίωσε την ψευδαίσθηση ότι πολλές φορές η ελληνική οικογένεια λειτουργεί ως ένα απρόσβλητο καταφύγιο.
Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά; Σημαίνει ότι το περιβάλλον που οφείλει να προσφέρει άνευ όρων αποδοχή, μετατρέπεται σε ένα σκληρό πεδίο χειριστικών και παρεμβατικών σχέσεων. Έτι περεταίρω, όταν οι συγγενικοί δεσμοί εμπλακούν με οικονομικές συναλλαγές, η εμπιστοσύνη μπορεί να δοκιμασθεί συθέμελα και να μετατραπεί σε μια συνεχή, επώδυνη διαδικασία. Η ασφάλεια της εστίας κλονίζεται και οι σχέσεις γίνονται ένα πεδίο βαθιάς ψυχικής φθοράς, όπου το συναίσθημα μπερδεύεται.
Όπως είχε εξομολογηθεί και ο ίδιος ο Γιώργος, υπήρχε μέσα του αυτή η «παιδική σκέψη», ίσως και μια αφέλεια —ένας ευσεβής πόθος;— ότι τους δικούς του ανθρώπους θα τους αισθανόταν πάντοτε ως την απόλυτη ασπίδα προστασίας του και ότι η διαχείριση του πλούτου δεν θα άγγιζε ποτέ την ιερότητα των σχέσεών τους.
Ψυχαναλυτικά, αυτή η βαθιά ανάγκη του παιδιού να βλέπει τους οικείους του ως αλάνθαστους προστάτες, οδηγεί σε μια κατάσταση “συγχωνευτική”, όπου τα όρια δεν ξεχωρίζουν.
Όταν το πιο εύρωστο μέλος τυφλωμένο από την ανάγκη του να εισπράξει άνευ όρων αγάπη, γίνει ο κύριος οικονομικός τροφοδότης ενός οικογενειακού συστήματος, η σύγκρουση είναι νομοτελειακή. Και όταν η πραγματικότητα διαλύει αυτή την ψευδαίσθηση, το τραύμα της προδοσίας είναι ισοπεδωτικό.
Από την άλλη πλευρά, όμως, οφείλουμε να δούμε το κάδρο σφαιρικά. Όταν ένας άνθρωπος εκδηλώνει σοβαρά ψυχιατρικά συμπτώματα ή παλεύει με εξαρτήσεις, εμφανίζει σχεδόν πάντα “ανοσογνωσία” – την απόλυτη άρνηση να παραδεχτεί το πρόβλημα του. Ποιος άνθρωπος σε βαθιά κρίση παραδέχεται εύκολα ότι χρειάζεται βοήθεια;
Όσο πιο δυσκολεμένος είναι κάποιος, τόσο περισσότερο αρνείται τα φάρμακα ή τη θεραπεία. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, η οικογένεια, μπροστά στο απόλυτο αδιέξοδο και από γνήσια, απεγνωσμένη ανησυχία για τη ζωή του, να οδηγήθηκε στην έσχατη λύση της ακούσιας νοσηλείας, βλέποντας ότι ο ίδιος δεν άκουγε κανέναν. Η τραγικότητα των οικογενειακών συστημάτων έγκειται ακριβώς εκεί: ότι μερικές φορές, η απελπισμένη προσπάθεια της οικογένειας να σώσει ένα μέλος της, καταλήγει να μοιάζει με μια οδυνηρή, μετωπική σύγκρουση.
Πώς εξηγείται το υπαρξιακό παράδοξο ενός ανθρώπου που φαινομενικά τα είχε «όλα» κυρία Κεχαγιά, αλλά βρέθηκε τόσο ανυπεράσπιστος και μόνος;
Εδώ κρύβεται το πιο βαθύ και οδυνηρό υπαρξιακό παράδοξο. Ο Γιώργος ήταν ένας άνθρωπος, που στα μάτια του κόσμου, τα είχε «όλα»: δόξα, αποθέωση, αναγνωρισιμότητα. Κι όμως, πίσω από αυτή την εκκωφαντική αφθονία, η πραγματικότητα έκρυβε μια τραγική μοναξιά. Στην πιο κρίσιμη και ευάλωτη στιγμή της διαδρομής του, βρέθηκε ουσιαστικά ανυπεράσπιστος. Στην ουσία έψαχνε ένα λιμάνι να τον εμπεριέξει και μία άγκυρα να τον σταθεροποιεί και γειώνει.
Αυτή η ερημιά βέβαια, από κλινική σκοπιά μπορεί να είναι πολυπαραγοντική. Είναι πολύ πιθανό να υπήρχαν άνθρωποι πρόθυμοι να σταθούν αυθεντικά δίπλα του, αλλά ο ίδιος—οχυρωμένος πίσω από ισχυρές άμυνες—να μην μπορούσε ή να μην επέτρεπε στον εαυτό του να δημιουργήσει μια τόσο στενή συναισθηματική σχέση εγγύτητας και εμπιστοσύνης. Όταν ένας άνθρωπος κινείται τελικά μόνος, είτε από επιλογή είτε από αδυναμία σύνδεσης, η απουσία ενός σταθερού συνοδοιπόρου στην πιο κρίμιση στιγμή τον καθιστά εκτεθειμένο. Η έλξη ενός αληθινού φύλακα-αγγέλου που θα έβαζε ένα σωτήριο «στοπ», μετατρέπει την ψυχή σε εύκολη λεία για υποσχέσεις γρήγορης και μαγικής ανακούφισης.
Πώς μπορεί ο απλός πολίτης να αναγνωρίσει τα σημάδια κατάργησης των επαγγελματικών ορίων στην καθημερινότητά του;
Ως κοινωνία, έχουμε τεράστιο έλλειμμα στην εκπαίδευση της κρίσης μας. Πρέπει να μάθουμε να υποψιαζόμαστε τα απρόσφορα περιβάλλοντα. Για παράδειγμα, η εικόνα ενός χώρου υγείας με θρησκευτικές εικόνες ατάκτως ερριμμένες, ανάμικτες με άλλα άσχετα αντικείμενα συνωστισμένα όλα μαζί, δεν φανερώνει πίστη. Φανερώνει μία βαθιά εσωτερική αταξία και σύγχυση, καθότι ο χώρος μας, το σπίτι μας, το γραφείο μας, είναι ο καθρέφτης του μέσα μας.
Υπάρχει όμως και η άμεση κατάργηση των επαγγελματικών ορίων. Όταν ένας επαγγελματίας, αντί για επιστημονική απαραίτητη θεραπευτική απόσταση, σου προσφέρει έναν “βομβαρδισμό αγάπης” (love bombing) και μια υπερβολική οικειότητα, όπως να περνάει άμεσα στον ενικό ή να προβαίνει σε εναγκαλισμούς «με το καλημέρα σας» ή και να σου πουλάει ένα grandiose αφήγημα ότι “μόνο αυτός κατέχει τη μαγική λύση”, δεν σε φροντίζει – σε χειραγωγεί.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανοχή στην τακτική των συνεχών αλλαγών ή ακυρώσεων στα ραντεβού από πλευράς του ασθενούς, χωρίς εκείνος να δέχεται να χρεωθεί τη «χαμένη» συνεδρία, ενώ έχει δεσμεύσει αποκλειστικά τον χρόνο του επαγγελματία. Ορισμένοι συνάδελφοι, δυστυχώς, επιλέγουν να μην χρεώνουν αυτή την ώρα, οχυρωμένοι πίσω από τη βολική λογική του «άνθρωποι είμαστε». Αυτή η πρακτική δεν θεραπεύει όμως την παθογένεια, γιατί δεν διδάσκει στον ασθενή την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης αυτού που του συμβαίνει μη μετακυλίωντας το “μπαλλάκι” των συνεπειών στον απέναντι. Αντίθετα, τον μαθαίνει να θέλει “και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο”. Ο επαγγελματίας που ακολουθεί αυτή την πρακτική, θυσιάζει το θεραπευτικό πλαίσιο για να μην “κακοκαρδίσει” και χάσει τον πελάτη. Όπου λείπουν όμως τα στιβαρά θεραπευτικά όρια, η θεραπεία πάει περίπατο και ξεκινά η εκμετάλλευση – εμπορευματοποίηση.
Ας περάουμε τώρα σε ένα μείζον ζήτημα, που αφορά στη δεύτερη ιατρική γνώμη, ως ασπίδα προστασίας για τον ασθενή. Ποιο είναι όμως ίσως το παράδοξο που συναντάτε εσείς στην πράξη, ειδικά όταν ο ασθενής καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις;
Είμαι απόλυτα σύμφωνη για τη δεύτερη γνώμη. Όμως. Δεν είναι αυτή η ουσιαστική λύση, καθώς ούτε εφικτή πάντοτε είναι, ούτε εξηγήσιμα σε απλούς πολίτες είναι κάποια πράγματα σε επιστημονικούς τομείς, όπως π.χ. σχετικά με σύνθετα ψυχολογικά φαινόμενα ή διαδικασίες στη ψυχοθεραπεία.
Η διασφάλιση του κοινού δεν μπορεί να εδράζεται στην κρίση του κάθε ασθενούς που μοιραία δεν είναι ειδικός επί του θέματος, ή δεν έχει επιστημονικές γνώσεις κατανόησης. Εδράζεται στην υποδομή: στο τι σπουδές έχει ο επαγγελματίας, πού τις έχει πραγματοποιήσει, ποιος τις πιστοποιεί, στο αν έχει περάσει ο επαγγελματίας τη βάσανο – ό,τι επάγγελμα υγείας και να ασκεί – της ατομικής ψυχοθεραπείας. Επίσης το θέμα των αδειών άσκησης επαγγέλματος είναι ένα θολό τοπίο ως προς τη χρησιμότητά τους και διασφάλιση του κοινού, με τον τρόπο που δίνονται έως και σήμερα, σε απλούς αποφοιτήσαντες χωρίς πρακτική εμπειρία, ενώ αποκλείονται από άδειες άλλα σοβαρά υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικά ιδρύματα κολλώντας στο άρθρο 16 του Συντάγματος.
Γενικότερα καλείται ο καθένας μας να κάνει τον ντεντέκτιβ και να μπαίνει σε χωράφια που ούτε τα καταλαβαίνει, ούτε έχει τις δυνατότητες να κατανοήσει. Όλα αυτά συμπλέκονται με ρίσκο περισσότερο τώρα που το πράγμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο πλέον με την ευρεία χρήση του ΑΙ.
Επιπλέον, ακόμη και η δεύτερη γνώμη, δεν εξασφαλίζει τη σωστή επιλογή. Αν ένας ασθενής σε κρίση απευθυνθεί σε δύο επαγγελματίες, και ο ένας του προτείνει έναν εύκολο, γρήγορο και λιγότερο κοστοβόρο / χρονοβόρο δρόμο – για να τον κρατήσει ως “πελάτη”, ενώ ο άλλος του προτείνει τον ενδεδειγμένο, δύσκολο και χρονοβόρο θεραπευτικό δρόμο, είναι νομοτελειακό ότι η ψυχική ανάγκη για άμεση ανακούφιση θα γείρει προς το εμπορικό “βόλεμα”.
Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, ενεργοποιούνται ισχυρές ψυχολογικές άμυνες στον ασθενή:
ο σωστός επαγγελματίας, που προτείνει τον ενδεδειγμένο (αλλά συνήθως και πιο κοστοβόρο σε χρόνο και χρήμα) δρόμο, κινδυνεύει να παρερμηνευτεί και να κατηγορηθεί για οικονομική σκοπιμότητα. Ο ασθενής από την άλλη, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη δύσκολη θεραπευτική διεργασία, προβάλλει στον έντιμο επιστήμονα μια υποτιθέμενη υστεροβουλία, την ώρα που συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο σωστός επαγγελματίας υπερασπίζεται την υγεία του, ενώ ο εμπορευόμενος “σωτήρας” την εκμεταλλεύεται, στη βάση του “ό,τι θέλει ο πελάτης”!
Παρατηρούμε σήμερα μια έντονη ανάγκη των ανθρώπων για ένα «γρήγορο reset», για άμεση ανακούφιση από το βάρος της καθημερινότητας και την αποφυγή του πόνου και φθοράς — κάτι που φαίνεται να οδήγησε και τον Γιώργο Μαζωνάκη σε αυτή την ακραία ιατρική διαδικασία. Πώς αυτή η τάση για εύκολες λύσεις επηρεάζει σήμερα τον χώρο της ψυχικής υγείας;
Αυτό συνδέεται απόλυτα με μια λίαν επικίνδυνη τάση που βλέπουμε σήμερα να γιγαντώνεται προοδευτικά και στον δικό μου χώρο, αυτόν της ψυχικής υγείας. Ζούμε στην εποχή του «χωρίς υπομονή και αναμονή (delay)», στην εποχή που όλοι αναζητούν μανιωδώς ένα τύπου fast-track, γρήγορο reset. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς παγίδα: η ανάγκη για μια μαγική σανίδα σωτηρίας, οδήγησε τον Γιώργο στην πλασμαφαίρεση και οδηγεί το σύγχρονο κοινό στις πρόχειρες ψυχοθεραπείες που μπορεί να βρει πολύ εύκολα.
Η τραγικότητα του να παραδοθεί ένας άνθρωπος τυφλά σε μια τόσο επεμβατική διαδικασία μακριά από ασφαλείς νοσοκομειακές δομές, κρύβει βαθείς συμβολισμούς.
Το αίμα στην ψυχανάλυση είναι η ίδια η ζωτική ορμή, η ταυτότητα. Σε οριακά σημεία εξάντλησης του ανθρώπου, ενεργοποιείται μια ασυνείδητη ενόρμηση παραίτησης και άφεσης.
Ο άνθρωπος εκχωρεί την ευθύνη της ίδιας του της ζωής σε τρίτους και παραδίδεται παθητικά, αφήνοντας σε εκείνους τον έλεγχο της ζωτικής του ορμής. Είναι μια έμμεση κραυγή για λύτρωση, μια ανάγκη να «καθαρίσει» από τους ρόλους και τη βαριά κληρονομιά της επωνυμίας ή των συναισθηματικών βαρών και κενών που φέρει.
Σήμερα, η αγορά έχει γεμίσει από “ειδικούς” με βαρύγδουπους τίτλους, αλλά επιδερμικές σπουδές – χωρίς προσωπική ψυχοθεραπεία οι ίδιοι ώστε να λειάνουν πρώτα τις δικές τους “ουλές”, πριν ασχοληθούν με των άλλων, και που μοιραία δεν αγγίζουν την ανάγκη του ασθενούς, για ανακούφιση.
Το ψυχικό και ιατρικό βάθος δεν επιτυγχάνεται με τη λογική του “γρήγορα ναι, πρόχειρα όχι” της παλιάς διαφήμισης.
Το βαθύ αποτέλεσμα απαιτεί χρόνο, υπομονή και προϋποθέτει δέσμευση. Η πολύτιμη ψυχοθεραπευτική διαδικασία και η ουσιαστική υποστήριξη μέσα από το στιβαρό ψυχαναλυτικό πλαίσιο, μπορούν να έχουν βαθύ μεταμορφωτικό και υγιές αποτέλεσμα. Οι «εκπτώσεις» στη φροντίδα του εαυτού μας, που ωθούνται από τη σύγχρονη εποχή του “γρήγορα”, μπορεί να αποβούν μοιραίες!
Κλείνοντας αυτή τη de profundis συζήτηση, κυρία Κεχαγιά, αν απομονώναμε το πιο κρίσιμο συμπέρασμα από αυτό που ονομάζουμε «φαινόμενο Μαζωνάκη», ποιο είναι το βαθύτερο μήνυμα κατά τη γνώμη σας, που αφήνει αυτή η απώλεια στη συνείδηση του καθενός μας;
Η ρίζα είναι βαθύτερα δομική: βιώνουμε μια διάχυτη κρίση στις ηθικές αξίες και στους κανόνες δεοντολογίας. Αν το δούμε ψυχαναλυτικά, είμαστε μάρτυρες μιας σταδιακής εξασθένησης και απαξίωσης αυτού που στην επιστήμη μας ονομάζουμε «Νόμο του Πατέρα». Δεν αναφερόμαστε στον βιολογικό πατέρα, αλλά στη συμβολική έννοια που έχει ο άνδρας και ο πατέρας στη ψυχολογία, του ορίου, της τάξης, της προσωπικής ευθύνης, των συνεπειών και του σεβασμού απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Όταν αυτός ο εσωτερικός ηθικός νόμος — τα όρια που βάζει ο καθένας στη συνείδησή του — αρχίζει να υποχωρεί, τότε η επιστήμη χάνει το ανθρώπινο πρόσωπό της.
Στο γραφείο μου στο Μαρούσι, όπου βρίσκομαι μάχιμη από το 1996, αντιμετωπίζω καθημερινά αυτές τις ίδιες συμπληγάδες. Όπως έγραψε τόσο βαθιά και συγκινητικά ο πατέρας Λίβυος στον αποχαιρετισμό του για τον καλλιτέχνη: “Γιώργο μου, είχες πει πως σε έσωσαν ‘η πίστη και η πίστα’. Ίσως η πίστα να ήταν ο τόπος όπου έδινες μορφή σε όσα σε έκαιγαν και η πίστη ο τόπος όπου μπορούσες να ηρεμείς. Τώρα που τα φώτα της πίστας έσβησαν, εύχομαι να άναψαν για σένα εκείνα της Πίστης, και πλέον να μην περιμένεις ένα θαύμα, αλλά να ζεις μέσα σε Αυτό”.
Για εμάς που μείναμε πίσω, εύχομαι ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας, να γίνει η απώλειά του μοναδικού και ευαίσθητου αυτού καλλιτέχνη, ένα ηχηρό καμπανάκι αφύπνισης: ας μάθουμε καλύτερα να υποψιαζόμαστε τους δήθεν “σωτήρες”, ας βάζουμε όρια και, κυρίως, ας γίνουμε εμείς οι ίδιοι ένα αληθινό, στιβαρό λιμάνι για όσους υποφέρουν βουβά δίπλα μας.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-19 09:00:00
