Κόσμος

Με την πλάτη στον τοίχο η Σαουδική Αραβία

Δύο πλήγματα την προηγούμενη εβδομάδα ανέδειξαν πόσο εύθραυστο είναι το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας που επί μισό αιώνα εγγυόταν τη σταθερότητα της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Την περασμένη Πέμπτη μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εκτοξεύθηκαν από το Ιράκ και χειρίζονταν φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές έπληξαν σταθμούς άντλησης του πετρελαιαγωγού Ανατολής-Δύσης (μήκους 1.200 χιλιομέτρων) που μεταφέρει πετρέλαιο από τα κοιτάσματα του Περσικού Κόλπου στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, επιτρέποντας στον κορυφαίο εξαγωγέα αργού στον κόσμο να αποφεύγει στα Στενά του Ορμούζ.

Την ίδια ημέρα οι Χούθι της Υεμένης, σύμμαχοι της Τεχεράνης, κατέλαβαν το λιμάνι της Μόκα και το νησί Περίμ, στρατηγικό σημείο ελέγχου του Στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, της άλλης θαλάσσιας εξόδου του σαουδαραβικού πετρελαίου προς τις ασιατικές αγορές. Ο σαουδαραβικός πετρελαϊκός κολοσσός Aramco ανακοίνωσε ότι διέκοψε τη λειτουργία του αγωγού «προληπτικά», ενώ η παραγωγή πετρελαίου της χώρας έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1990.

Ο συνδυασμός αυτός αποτελεί το χειρότερο δυνατό σενάριο για το Ριάντ: την ίδια εβδομάδα που πλήττεται η χερσαία οδός μεταφοράς πετρελαίου, η κρίσιμη θαλάσσια οδός κινδυνεύει να βρεθεί υπό τον έλεγχο μιας πολιτοφυλακής που μόλις κήρυξε εμπάργκο στα σαουδαραβικά πλοία. Το βασίλειο, που είχε την ψευδαίσθηση ότι είχε θωρακίσει την οικονομία του απέναντι στους κινδύνους των Στενών του Ορμούζ, διαπιστώνει τώρα ότι δεν διαθέτει πλέον καμία ασφαλή δίοδο για να εξάγει το πετρέλαιό του.

Η επίφαση της ουδετερότητας


Σε ανάλυσή του ο Φεντερίκο Ραμπίνι της Corriere della Sera κάνει λόγο για το τέλος μιας «στρατηγικής ψευδαίσθησης», όπως χαρακτηρίζει την ιδέα ότι η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να παραμείνει σχεδόν θεατής στον πόλεμο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη και να περιορίσει την έκθεσή της στους κινδύνους, εκτρέποντας τη ροή αργού προς την Ερυθρά Θάλασσα και αφήνοντας τους Αμερικανούς να καταβάλλουν το στρατιωτικό τίμημα της αντιπαράθεσης με το Ιράν.

Οπως παρατηρεί ο γνωστός ιταλός σχολιαστής των διεθνών εξελίξεων, αυτή η τακτική των ίσων αποστάσεων είχε νόημα όσο η κρίση παρέμενε στα Στενά του Ορμούζ. Τώρα που οι Χούθι άνοιξαν ξανά το μέτωπο της Υεμένης η επίφαση της σαουδαραβικής ουδετερότητας κατέρρευσε.


Εξ ου και τα δύο τηλεφωνήματα της Πέμπτης μεταξύ του διαδόχου του σαουδαραβικού θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και του Ντόναλντ Τραμπ. Ο ντε φάκτο ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας ζήτησε αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον θέσεων των Χούθι, ωστόσο ο Τραμπ είπε όχι. Προσέφερε ανταλλαγή πληροφοριών και υποστήριξη στον καθορισμό στόχων ενώ έστειλε στη Σαουδική Αραβία τον ναύαρχο Μπραντ Κούπερ, διοικητή της Centcom, αρνήθηκε, ωστόσο, να ανοίξει ένα δεύτερο στρατιωτικό μέτωπο.

Πώς, όμως, εξηγείται η άρνηση από έναν πρόεδρο που επέλεξε το Ριάντ ως πρώτο σταθμό της πρώτης του περιοδείας στο εξωτερικό και έχει κατ’ επανάληψη εμφανιστεί ως ο στενότερος φίλος της βασιλικής οικογένειας των Σαούντ; Σύμφωνα με τον Ραμπίνι οι λόγοι είναι τρεις και κανένας δεν σχετίζεται με κάποια ιδεολογική ψύχρανση των διμερών σχέσεων.


Ο πρώτος είναι στρατιωτικός: οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ήδη εδώ και επτά μήνες σε πόλεμο με το Ιράν. Η προσθήκη της Υεμένης θα σήμαινε διασπορά πόρων (αεροσκαφών, πλοίων, συστημάτων επιτήρησης) οι οποίοι ήδη δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, που παραμένει η δηλωμένη προτεραιότητα του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός: απομένουν λιγότερο από δύο μήνες μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές και η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά 36% από την έναρξη του πολέμου. Το άνοιγμα ενός ακόμη μετώπου στην Υεμένη, με τον κίνδυνο νέων αναταράξεων στις ενεργειακές αγορές, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ένας πρόεδρος που βρίσκεται υπό εκλογική πίεση.

Ο τρίτος λόγος είναι πιο δομικός: η απροθυμία της Ουάσινγκτον να παρασυρθεί σε πολέμους δι’ αντιπροσώπων για λογαριασμό των περιφερειακών συμμάχων της.

Ο άξονας Ριάντ – Ουάσινγκτον

Το παράδοξο -και το επικίνδυνο- είναι ότι αυτή η αμερικανική επιφυλακτικότητα θα μπορούσε να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκεται. Οπως εξηγεί ο ιταλός δημοσιογράφος εάν το Ριάντ αισθανθεί εγκαταλειμμένο, θα μπορούσε να αποπειραθεί να έρθει αυτόνομα σε κάποιου είδους συνεννόηση με την Τεχεράνη, εξέλιξη που θα μπορούσε, με τη σειρά της, να πυροδοτήσει μια αναδιάταξη των υφιστάμενων συμμαχιών στον Κόλπο την οποία η Ουάσινγκτον ανέκαθεν προσπαθούσε να αποτρέψει.

Η συμφωνία της Μέκκας, που υπογράφηκε πριν από μερικές εβδομάδες μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν (αρκετοί έκαναν λόγο τότε για «ισλαμικό ΝΑΤΟ») μάλλον δεν άντεξε στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία, καθώς την κρίσιμη στιγμή ο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν δεν κάλεσε την Αγκυρα, ούτε το Ισλαμαμπάντ αλλά την Ουάσινγκτον. Αυτό δείχνει ότι ο άξονας με τον Λευκό Οίκο παραμένει αναντικατάστατος, όμως η αξιοπιστία του βρίσκεται πλέον υπό αμφισβήτηση στο Ριάντ.

Το τίμημα των συμφωνιών

Το ζήτημα αυτό υπερβαίνει, προφανώς, την επικαιρότητα των τελευταίων ημερών: εάν η Αμερική του Τραμπ, παρότι εξακολουθεί να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της σαουδαραβικής ασφάλειας, αρχίζει να διαχωρίζει τα «ζωτικά συμφέροντα» (Ορμούζ) από τα συμφέροντα «άλλων, τα οποία μπορεί να στηρίζει, αλλά για τα οποία δεν είναι διατεθειμένη να πολεμήσει» (Υεμένη), τότε φόρμουλα που επί δεκαετίες συνέβαλλε στη διατήρηση της τάξης στον Κόλπο -αμερικανική στρατιωτική προστασία με αντάλλαγμα την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού- ενδέχεται να έχει ήδη αρχίσει να αναδιατάσσεται εκ των πραγμάτων, αργά μεν αλλά σταθερά.

«Δεν πρόκειται ακόμη για διαζύγιο. Είναι, πιο απλά, η διαπίστωση ότι ακόμη και οι πιο ισχυρές συμφωνίες έχουν ένα τίμημα και ότι, σε έναν πολυπολικό κόσμο, η Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον διατεθειμένη να το επωμίζεται ολόκληρο», σχολιάζει ο Φεντερίκο Ραμπίνι.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-14 19:45:00

Back to top button