Κόσμος

Η Κίνα χάνει την πίστη της στο αύριο

Μια χώρα που επί δεκαετίες κοίταζε μπροστά, αρχίζει να κοιτάζει πίσω. Στην Κίνα, η πίστη ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη. Και αυτό, όπως επισημαίνει ο Φεντερίκο Ραμπίνι της Corriere della Sera, μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σημαντικό από έναν ακόμη οικονομικό δείκτη. Γιατί όταν μια κοινωνία αρχίζει να αμφιβάλλει για το αύριο, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπει την εξουσία.

Από την αισιοδοξία στην αμφιβολία

Τα στοιχεία μιας μεγάλης έρευνας από το Stanford και το Harvard είναι αποκαλυπτικά. Το ποσοστό των Κινέζων που πιστεύουν ότι το βιοτικό τους επίπεδο θα βελτιωθεί έχει πέσει στο 28%, περίπου στο μισό σε σχέση με τις αρχές του αιώνα.

Η μελέτη, με τίτλο «Getting Ahead in Today’s China: From Optimism to Pessimism», δημοσιεύθηκε από το Stanford Center on China’s Economy and Institutions και επιχειρεί κάτι ιδιαίτερα δύσκολο: να μετρήσει όχι απλώς την οικονομική κατάσταση της Κίνας, αλλά τη διάθεση της κοινωνίας της μετά την πανδημία.

Οι ερευνητές επανέλαβαν το 2023 τις ίδιες ερωτήσεις που είχαν θέσει σε εθνικές έρευνες του 2004, του 2009 και του 2014. Και η σύγκριση είναι εντυπωσιακή. Το 2014, το 73% των Κινέζων περίμενε ότι το οικογενειακό του εισόδημα θα ήταν υψηλότερο μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Το 2023 το αντίστοιχο ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 47%.


Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η απάντηση στο ερώτημα αν «η προσπάθεια ανταμείβεται πάντα» στη χώρα. Από 61,6% που συμφωνούσαν κατά μέσο όρο την περίοδο 2004-2014, το 2023 το ποσοστό έπεσε μόλις στο 28,3%.

Μαζί με την αισιοδοξία, δε, υποχωρεί και η πίστη στην ατομική προσπάθεια. Ολο και περισσότεροι Κινέζοι θεωρούν ότι η φτώχεια και ο πλούτος δεν εξαρτώνται μόνο από το ταλέντο, την εκπαίδευση ή τη σκληρή δουλειά, αλλά από τις ίδιες τις δομές της κοινωνίας και από το αν κάποιος έχει τις «σωστές γνωριμίες».


Το τέλος μιας υπόσχεσης

Η αλλαγή αυτή δεν προέκυψε από το πουθενά. Μεσολάβησαν η εμπορική σύγκρουση με τις ΗΠΑ, τα σκληρά lockdown της πολιτικής μηδενικής Covid, η απότομη εγκατάλειψή της στα τέλη του 2022, η κρίση στην αγορά ακινήτων, η ανεργία των νέων και η δημογραφική συρρίκνωση.

Για χρόνια, όμως, η Κίνα είχε ένα διαφορετικό αφήγημα. Η οικονομική ανάπτυξη ήταν η βάση μιας άτυπης συμφωνίας ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία: δεν χρειάζεται δημοκρατική εναλλαγή όσο η ζωή βελτιώνεται.


Ο Ραμπίνι, στο άρθρο του στην Corriere della Sera στέκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Οι ερευνητές μιλούν για «performance legitimacy», δηλαδή για τη νομιμοποίηση που αποκτά το Κομμουνιστικό Κόμμα, όχι μέσα από εκλογές, αλλά λόγω της αποτελεσματικότητάς του. Η υπόσχεση ήταν απλή: κάθε γενιά θα ζει καλύτερα από την προηγούμενη.

Τώρα αυτή η υπόσχεση αρχίζει να τρίζει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα είναι φτωχή. Αντιθέτως, πρόκειται για μια χώρα που έχει βγάλει περισσότερους από 700 εκατομμύρια πολίτες της από την ακραία φτώχεια. Το πρόβλημα είναι διαφορετικό: οι προσδοκίες έχουν πέσει μαζί με τους ρυθμούς ανάπτυξης. Και όταν οι άνθρωποι δεν περιμένουν πλέον ότι η προσπάθεια θα τους ανεβάσει κοινωνικά, η οικονομική στασιμότητα αποκτά πολιτικό βάρος.

Δεν είναι εξέγερση

Οι ερευνητές, πάντως, προειδοποιούν ότι καθόλου δεν εξυπακούεται ότι η απαισιοδοξία μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι το περίφημο «κοινωνικό ηφαίστειο» της Κίνας ετοιμάζεται να εκραγεί.

Αλλωστε, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο κοινωνιολόγος του Harvard Μάρτιν Κινγκ Γουάιτ, είχε αμφισβητήσει ήδη από το 2010 την ιδέα ότι οι κοινωνικές ανισότητες θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε εξέγερση.

Αυτή τη φορά, όμως, το εύρημα είναι πιο αθόρυβο – και γι’ αυτό, ίσως, πιο ενδιαφέρον. Δεν πρόκειται για οργή, αλλά για απώλεια εμπιστοσύνης.

Το πρόβλημα του Σι

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι Κινέζοι θα βγουν στους δρόμους, αλλά τι συμβαίνει όταν εκατομμύρια άνθρωποι αρχίζουν να μην πιστεύουν με παροιμιώδη ευκολία τις υποσχέσεις της ηγεσίας τους.

Ο Σι Τζινπίνγκ θα μπορούσε να απαντήσει με περισσότερη στήριξη στις οικογένειες, με ενίσχυση της κατανάλωσης, με κοινωνικές μεταβιβάσεις και μεταρρυθμίσεις στο σύστημα hukou, το οποίο εξακολουθεί να περιορίζει τα δικαιώματα εκατοντάδων εκατομμυρίων εσωτερικών μεταναστών. Ομως ακόμη και η περίφημη εκστρατεία για την «Κοινή Ευημερία», που ξεκίνησε το 2021, έχει μέχρι σήμερα αφήσει περισσότερα ερωτήματα παρά απτές αλλαγές.

Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα στα χαμηλότερα εισοδήματα. Εκείνοι που έχουν λιγότερα περιθώρια είναι εκείνοι που έχουν χάσει περισσότερο την πίστη ότι η ζωή τους μπορεί να βελτιωθεί.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας. Η Κίνα δεν μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε μια ξαφνική έκρηξη. Μοιάζει περισσότερο με μια κοινωνία που σιγά σιγά παύει να περιμένει.

Και για ένα καθεστώς που επί δεκαετίες έκτισε τη νομιμοποίησή του πάνω στην υπόσχεση της διαρκούς προόδου, αυτή η σιωπηλή αλλαγή μπορεί να είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από ό,τι μια φανερή διαμαρτυρία. Γιατί η οργή ακούγεται. Η απογοήτευση, όχι πάντα.

Η μεγάλη αλλαγή που καταγράφει η έρευνα δεν είναι, λοιπόν, ότι οι Κινέζοι έγιναν ξαφνικά εχθρικοί απέναντι στο σύστημα, αλλά ότι η ελπίδα έπαψε να λειτουργεί. Και όταν μια ολόκληρη κοινωνία αρχίζει να αμφιβάλλει αν το αύριο θα είναι καλύτερο από το σήμερα, το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο την οικονομία. Αφορά την ίδια τη σχέση της κοινωνίας με την εξουσία.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-04 12:50:00

Back to top button