
Γίνονται καλοί πολιτικοί οι στρατηγοί; | ..gr
Ο Γκάντι Αϊζενκοτ, δηλαδή ο άνθρωπος που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να αναδειχθεί νικητής στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ, δήλωσε πρόσφατα -μεταξύ σοβαρού και αστείου- πως κάθε έβδομος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας του Ισραήλ εκλέγεται στη συνέχεια στην πρωθυπουργία.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, ο Ανσίλ Πέφερ, ανταποκριτής του Economist στο Ισραήλ, γράφει σχετικά πως, όντως, ο Γιτζάκ Ράμπιν ήταν ο 7ος επικεφαλής των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων του Ισραήλ, ο Εχούντ Μπαράκ ο 14ος ενώ o Γκάντι Αϊζενκοτ ήταν ο 21ος (από το 2015 έως το 2019): ο πρώτος διετέλεσε πρωθυπουργός από το 1974 έως το 1977 και ξανά από το 1992 έως τη δολοφονία του το 1995, ο δεύτερος από το 1999 έως το 2001 ενώ ο τρίτος φιλοδοξεί να έχει σύντομα την ίδια τύχη.
Το κόμμα του (ονόματι Γιασάρ) εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ωστόσο έως τις εκλογές απομένουν ακόμη έντεκα εβδομάδες, το οποίο σημαίνει πως δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμα εάν θα καταφέρει να διατηρήσει το προβάδισμα, και να στερήσει, τελικά, την εξουσία από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ήτοι τον μακροβιότερο και πλέον αμφιλεγόμενο πρωθυπουργό στην ιστορία του εβραϊκού κράτους.
Αλλά πόσο ασυνήθιστο είναι, στην πραγματικότητα, ανώτατοι αξιωματικοί να αναλαμβάνουν την πολιτική ηγεσία μιας χώρας; Από τη σκοπιά των δυτικών δημοκρατιών πρόκειται για μάλλον ένα σπάνιο φαινόμενο. Από τους 14 πρωθυπουργούς που είχε το Ισραήλ από την ίδρυσή του, το 1948, έως σήμερα, τρεις υπήρξαν επίσης στρατηγοί – ο Ράμπιν, ο Μπαράκ και ο Αριέλ Σαρόν (αν και ο τελευταίος δεν διετέλεσε αρχηγός του γενικού επιτελείου).
Κατά την ίδια περίοδο από τους προέδρους των ΗΠΑ στρατηγός ήταν μόνον ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ενώ από της Γαλλίας μόνον ο Σαρλ ντε Γκολ. Οσο για τη Βρετανία, ο τελευταίος στρατηγός που πέρασε το κατώφλι της πρωθυπουργικής κατοικίας στην Ντάουνινγκ Στριτ, ήταν ο Αρθουρ Γουέλζλι, ο πρώτος δούκας του Γουέλινγκτον, το μακρινό 1828.
Οπως γράφει ο βρετανοϊσραηλινος δημοσιογράφος οι δυτικές δημοκρατίες αποφεύγουν να παραδίδουν την πολιτική εξουσία σε στρατιωτικές προσωπικότητες. Αλήθεια, όμως, είναι επίσης το γεγονός πως ελάχιστοι την επιδιώκουν, με τους περισσότερους να αποδέχονται τρόπον τινά το πνεύμα μιας παλιάς βρετανικής στρατιωτικής μπαλάντας με τίτλο «Οι παλαίμαχοι στρατιώτες δεν πεθαίνουν ποτέ, απλώς ξεχνιούνται», την οποία είχε επικαλεστεί ο στρατηγός Ντάγκλας ΜακΑρθουρ, αρχηγός του Επιτελείου Στρατού των ΗΠΑ από το 1930 έως το 1935, κατά την αποχαιρετιστήρια ομιλία του (αν και ο ίδιος ανακατεύτηκε με την πολιτική, δίχως, ωστόσο, επιτυχία).
Στο Ισραήλ, όμως, δεδομένου ότι στρατιωτική θητεία είναι σχεδόν καθολική ενώ η χώρα βρίσκεται σχεδόν διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. «Πολλοί στρατηγοί ασχολούνται με την πολιτική», γράφει ο Ανσίλ Πέφερ, εξηγώντας πως ένας απόστρατος στρατηγός που αποφασίζει να κατέβει στον στίβο της πολιτικής, διαθέτει μια σειρά από μοναδικά εκλογικά πλεονεκτήματα, όπως η αναγνωρισιμότητα, το ιστορικό προσφοράς στην πατρίδα και η εμπειρία στη διοίκηση μεγάλων οργανισμών και στη διαχείριση προϋπολογισμών δισεκατομμυρίων. Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, ωστόσο, «ελάχιστοι καταφέρνουν να φτάσουν στην κορυφή», προσθέτει ο ανταποκριτής του Economist στο Ισραήλ. Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι από τους πρώην στρατηγούς που αναμείχθηκαν με την πολιτική θεωρούνται αποτυχημένοι.
Εκ πρώτης όψεως αυτό μπορεί να φαίνεται παράξενο για μια χώρα όπου οι ένοπλες δυνάμεις χαίρουν τεράστιου σεβασμού και πολλοί στρατιώτες, αλλά και οι οικογένειές τους, αντιμετωπίζουν τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου ως ένα είδος πατέρα όλου του έθνους. Θα περίμενε κανείς ότι στρατηγοί που διέθεταν τις πολιτικές ικανότητες για να φτάσουν στην κορυφή της στρατιωτικής ηγεσίας του Ισραήλ δεν θα δυσκολεύονταν να επαναλάβουν την ίδια επιτυχία και στην πολιτική. Ωστόσο ελάχιστοι το έχουν καταφέρει, γεγονός το οποίο σύμφωνα με τον Πέφερ αναδεικνύει μια βασική διαφορά μεταξύ των δύο ιεραρχιών.
Οπως παρατηρεί, οι αξιωματικοί καριέρας είναι συνηθισμένοι να διατάσσονται και να διατάσσουν. Αντιθέτως οι πολιτικοί κυβερνούν, οικοδομώντας συμμαχίες και επιτυγχάνοντας συναινέσεις και, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, οι περισσότεροι πρώην στρατιωτικοί δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν αυτήν τη νοητική μετάβαση και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα· για αυτό έμπειροι επαγγελματίες πολιτικοί επιδιώκουν να εντάσσουν δημοφιλείς απόστρατους στρατηγούς στα κόμματα και τις κυβερνήσεις τους: επειδή ξέρουν πολύ καλά (και καλύτερα από όλους ο Νετανιάχου, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο του Economist) πώς να τους εκμεταλλεύονται πολιτικά και στη συνέχεια να τους παραγκωνίζουν.
Χαρακτηριστικό και πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του Μπένι Γκαντς, προκατόχου του Γκάντι Αϊζενκοτ στην ηγεσία του Γενικού Επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων του Ισραήλ, ο οποίος μεταπήδησε στην πολιτική το 2018.
Παρότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις και σε μια εκλογική αναμέτρηση κατά τη διάρκεια του 2019 το κόμμα του συγκέντρωσε περισσότερες ψήφους από το Λικούντ του Νετανιάχου, ο Γκαντς δεν κατάφερε να σχηματίσει έναν κυβερνητικό συνασπισμό που θα του επέτρεπε να αναλάβει την πρωθυπουργία. Σήμερα κινδυνεύει να δει την σταδιοδρομία του στην πολιτική να τερματίζεται άδοξα, καθώς το κόμμα του θα μπορούσε ακόμα και μην καταφέρει να εισέλθει στη νέα βουλή.
«Η θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου αποτελεί εξαιρετικό εφαλτήριο για την πολιτική», ανέφερε σχετικά, μιλώντας στο βρετανικό έντυπο, ο Σάι Αγκμον, καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας που έχει διατελέσει επίσης σύμβουλος διάφορων κομμάτων του Ισραήλ. «Αλλά δεν αρκεί. Για να πετύχει κανείς χρειάζονται επίσης πολιτικό ένστικτο και εμπειρία και ελάχιστοι στρατηγοί τα διέθεταν αυτά».
Οσο για τον Γκάντι Αϊζενκοτ θα φανεί κατά τις επόμενες έντεκα εβδομάδες εάν αποτελεί μια σπάνια περίπτωση στρατηγού, «ικανού να συνεχίσει να κολυμπάει στα επικίνδυνα νερά της ισραηλινής πολιτικής», όπως το θέτει ο Ανσιλ Πέφερ.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-01 09:45:00
