Οικονομία

Κι όμως, το επόμενο Κραχ μπορεί να ξεκινήσει από την Κίνα

Η Κίνα έχει δημιουργήσει το μεγαλύτερο εμπορικό πλεόνασμα στην καταγεγραμμένη οικονομική ιστορία, αλλά ακριβώς αυτή η επιτυχία μπορεί να μετατραπεί σε αδυναμία. Το 2025 το πλεόνασμα έφθασε σχεδόν τα 1,2 τρισ. δολάρια, αυξανόμενο με ρυθμό τριπλάσιο από το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών. Επί χρόνια, οι υπόλοιπες οικονομίες αποδέχονταν τα φθηνά κινεζικά προϊόντα επειδή εξασφάλιζαν χαμηλές τιμές και αποτελεσματικές αλυσίδες εφοδιασμού. Ομως η εποχή αυτή πλησιάζει στα όριά της. Οπως προειδοποιεί σε ανάλυσή του στο Foreign Affairs, ο Μichael B.G. Froman, President of the Council on Foreign Relations των ΗΠΑ,  το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η κινεζική υπερπαραγωγή, αλλά η πιθανότητα να μην υπάρχουν αρκετοί αγοραστές για να την απορροφήσουν.

Η Κίνα αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου το 30% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ, το ποσοστό μπορεί να φθάσει το 45% έως το 2030. Πρόκειται για συγκέντρωση βιομηχανικής ισχύος χωρίς ιστορικό προηγούμενο, με εξαίρεση τις ΗΠΑ αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πλεόνασμα κινεζικών βιομηχανικών προϊόντων, ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, είναι ήδη μεγαλύτερο από τα συνδυασμένα πλεονάσματα Γερμανίας και Ιαπωνίας στη δεκαετία του 1980.

Μια οικονομία που παράγει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται

Το κινεζικό μοντέλο δεν προέκυψε τυχαία, σημειώνει το Foreign Affairs. Το Πεκίνο έχει επιδοτήσει συστηματικά τη βιομηχανία του και ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι το 60% της αύξησης του μεριδίου της Κίνας στην παγκόσμια μεταποίηση οφείλεται σε κρατικές επιδοτήσεις. Καθοριστικό ρόλο έχει και το κρατικά κατευθυνόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που διοχετεύει τεράστιες ποσότητες πιστώσεων στους τομείς που θεωρούνται στρατηγικοί.


Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: επιχειρήσεις επενδύουν για να παράγουν περισσότερο, μειώνουν τις τιμές για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς και συνεχίζουν να λειτουργούν ακόμη και με ελάχιστα ή αρνητικά περιθώρια κέρδους. Σχεδόν το 30% των κινεζικών βιομηχανικών επιχειρήσεων λειτουργεί πλέον με ζημίες, έναντι 20% πριν από την πανδημία. Στους τομείς με τη μεγαλύτερη επενδυτική ανάπτυξη, που συνδέονται κυρίως με το πρόγραμμα «Made in China 2025», το ποσοστό φθάνει το 34%.

Το Foreign Affairs περιγράφει αυτή την κατάσταση με τον κινεζικό όρο neijuan, που αποδίδεται ως «εσωστρεφής υπερανταγωνισμός»: όλοι προσπαθούν να παράγουν περισσότερο και φθηνότερα, ενώ οι αποδόσεις μειώνονται. Οι τοπικές κυβερνήσεις στηρίζουν προβληματικές επιχειρήσεις για να διατηρούν θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα, ενώ οι κρατικές τράπεζες αναχρηματοδοτούν επιχειρήσεις που κανονικά θα έπρεπε να έχουν κλείσει.


Το σύστημα αυτό έχει επιτρέψει στις κινεζικές εταιρείες να προσφέρουν προϊόντα έως και 30% φθηνότερα από τους ανταγωνιστές τους στο εξωτερικό. Η χαμηλή ισοτιμία του γουάν ενισχύει ακόμη περισσότερο το πλεονέκτημα των εξαγωγών. Για τους καταναλωτές του υπόλοιπου κόσμου, αυτό μπορεί να μοιάζει ευεργετικό. Για τις βιομηχανίες όμως που προσπαθούν να επιβιώσουν απέναντι σε αυτή την πίεση, αποτελεί ολοένα μεγαλύτερη απειλή.

Το κρίσιμο είναι ότι η Κίνα έχει γίνει πολύ μεγάλη για να συνεχίσει να αναπτύσσεται με τον ίδιο τρόπο. Οταν η οικονομία της ήταν μικρότερη, οι εξαγωγές μπορούσαν να αυξάνονται δύο ή τρεις φορές ταχύτερα από την παγκόσμια οικονομία χωρίς να εξαντλούνται οι αγορές. Σήμερα, όμως, η παγκόσμια ζήτηση δεν αυξάνεται αρκετά γρήγορα για να απορροφήσει την κινεζική παραγωγή.


Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα, παρατηρεί το Foreign Affairs: η Κίνα έχει ουσιαστικά ξεπεράσει το οικονομικό μοντέλο που την έκανε πλούσια.

Η αντίδραση της Δύσης

Η πολιτική αντίδραση έχει ήδη αρχίσει. Επί χρόνια, οι ανεπτυγμένες χώρες δέχονταν την απώλεια παραγωγής χαμηλού κόστους προς όφελος της Κίνας. Τώρα, όμως, το Πεκίνο ανταγωνίζεται άμεσα τις δυτικές οικονομίες σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ηλεκτρονικά και Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν πλέον μόνο φθηνά κινεζικά προϊόντα, αλλά μια χώρα που διεκδικεί ηγετική θέση σε βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας.

Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με το Foreign Affairs. Το 2025 οι γερμανικές εξαγωγές αγαθών προς την Κίνα μειώθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, ενώ οι κινεζικές εισαγωγές στη Γερμανία αυξάνονταν σε περισσότερες από 2.200 κατηγορίες προϊόντων. Στην αυτοκινητοβιομηχανία η αλλαγή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή: μεταξύ 2022 και 2025 οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 66%, την ώρα που οι συνολικές κινεζικές εξαγωγές οχημάτων υπερδιπλασιάστηκαν.

Η πίεση μεταφράζεται σε θέσεις εργασίας. Η γερμανική βιομηχανία μετάλλου και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού έχανε στα τέλη του 2025 σχεδόν 10.000 θέσεις τον μήνα. Η Volkswagen εξετάζει περικοπές έως και 100.000 θέσεων, ενώ η BMW και η Mercedes-Benz προχωρούν επίσης σε μεγάλες αναδιαρθρώσεις. Το Foreign Affairs σημειώνει ότι η Γερμανία, παραδοσιακά υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου, εξετάζει πλέον ακόμη και την υιοθέτηση ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού αντίστοιχου με το αμερικανικό Section 301, ώστε η Ευρωπαϊκή Ενωση να μπορεί να επιβάλει δασμούς στις κινεζικές εξαγωγές.

Η ΕΕ έχει ήδη επιβάλει αντισταθμιστικούς δασμούς έως 35,3% στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ενώ προωθεί απαιτήσεις για μεγαλύτερη εγχώρια παραγωγή και διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού. Παρόμοια αντίδραση εκδηλώνεται και σε κρίσιμα ορυκτά. Οταν το Πεκίνο έδειξε ότι είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει την κυριαρχία του στην επεξεργασία ορισμένων πρώτων υλών ως οικονομικό όπλο, δεκάδες χώρες άρχισαν να συνεργάζονται για τη δημιουργία αλυσίδων εφοδιασμού που θα είναι λιγότερο εξαρτημένες από την Κίνα.

Ετσι, σημειώνει το Foreign Affairs, δημιουργείται ένας επικίνδυνος κύκλος. Οσο αυξάνονται οι κινεζικές εξαγωγές, τόσο ενισχύονται οι προστατευτικές αντιδράσεις των άλλων χωρών. Και όσο περιορίζεται η πρόσβαση της Κίνας στις διεθνείς αγορές, τόσο περισσότερο πιέζεται το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στις εξαγωγές.

Η αριθμητική που δεν βγαίνει

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό όταν εξετάζονται συγκεκριμένοι κλάδοι. Η Κίνα έχει σήμερα δυνατότητα παραγωγής περίπου 1.200 γιγαβάτ ηλιακής υποδομής ετησίως, σχεδόν διπλάσια από τη συνολική ποσότητα που εγκαταστάθηκε παγκοσμίως πέρυσι. Οι εξαγωγές ηλιακών κυψελών αυξήθηκαν κατά 73% το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ η μέση τιμή τους μειώθηκε περίπου 25%.

Στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα η εικόνα είναι ακόμη πιο ακραία. Το 2025 οι κινεζικές εξαγωγές οχημάτων αυξήθηκαν κατά 21%, στα 142 δισ. δολάρια, ενώ οι εξαγωγές μπαταριών ιόντων λιθίου έφθασαν τα 77 δισ. δολάρια. Η Κίνα έχει δημιουργήσει παραγωγική δυναμικότητα για περίπου 25 εκατ. ηλεκτρικά και υβριδικά οχήματα, ενώ η εγχώρια ζήτηση βρίσκεται γύρω στα 12 εκατομμύρια.

Συνολικά, η Κίνα έχει δυνατότητα παραγωγής περίπου 55 εκατ. αυτοκινήτων ετησίως, όταν η παγκόσμια αγορά είναι περίπου 90 εκατ. Και εξακολουθεί να επενδύει σε νέες μονάδες ταχύτερα από όσο αυξάνεται η παγκόσμια ζήτηση. Κάποια στιγμή, απλώς δεν θα υπάρχουν αρκετοί αγοραστές.

Το Foreign Affairs προειδοποιεί ότι τότε η κρίση δεν θα περιοριστεί στην Κίνα. Η κατάρρευση της ζήτησης θα χτυπήσει τους εξαγωγείς πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων. Οταν οι κινεζικές επενδύσεις σε πάγια στοιχεία επιβραδύνθηκαν μεταξύ 2012 και 2015, η τιμή του χαλκού μειώθηκε πάνω από 40%, του πετρελαίου πάνω από 60% και του σιδηρομεταλλεύματος πάνω από 70%. Η ανάπτυξη της υποσαχάριας Αφρικής μειώθηκε από 5,3% το 2013 σε μόλις 1,3% το 2016.

Οι συνέπειες σήμερα θα μπορούσαν να είναι ακόμη μεγαλύτερες. Η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Χιλή κατευθύνουν στην Κίνα το 25%-40% των συνολικών εξαγωγών τους. Για την Αγκόλα, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τη Μογγολία και τη Δημοκρατία του Κονγκό το ποσοστό φθάνει το 45%-90%. Η οικονομική τους βιωσιμότητα βασίζεται στην υπόθεση ότι η κινεζική ζήτηση θα παραμείνει ισχυρή.

Η δύσκολη έξοδος

Το Foreign Affairs εκτιμά ότι μια κινεζική κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές χρεοκοπίες επιχειρήσεων, προβλήματα στις κρατικές τράπεζες, κατάρρευση εσόδων των τοπικών κυβερνήσεων και αύξηση της ανεργίας. Το Πεκίνο πιθανότατα θα προσπαθούσε αρχικά να στηρίξει τις εξαγωγές, να αποδυναμώσει το γουάν και να αυξήσει τις επιδοτήσεις. Ομως αυτή τη φορά ένα νέο τεράστιο πρόγραμμα τόνωσης δεν θα είχε τα ίδια αποτελέσματα με το 2008.

Τότε η Κίνα διέθετε μια νεότερη, ταχέως αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη, αυξανόμενο εργατικό δυναμικό και μαζική αστικοποίηση. Σήμερα η εργατική ηλικιακή ομάδα έχει κορυφωθεί από το 2015, ο πληθυσμός μειώνεται από το 2022 και η εσωτερική μετανάστευση προς τις πόλεις επιβραδύνεται. Η αγορά ακινήτων βρίσκεται ήδη σε παρατεταμένη κρίση, ενώ οι υποδομές δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν ως ανεξάντλητη πηγή ανάπτυξης.

Γι’ αυτό η μόνη πραγματικά βιώσιμη λύση είναι η αναδιάρθρωση της κινεζικής οικονομίας προς την κατανάλωση. Περισσότερη κοινωνική προστασία, ισχυρότερο δίχτυ ασφαλείας και λιγότερη εξάρτηση από τις εξαγωγές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πιο ισορροπημένη ανάπτυξη. Το Foreign Affairs υποστηρίζει ότι αυτή η αλλαγή ήταν εδώ και χρόνια η καλύτερη επιλογή για την Κίνα· σήμερα έχει μετατραπεί σε αναγκαιότητα.

Το πρόβλημα είναι κυρίως πολιτικό. Η αναδιάρθρωση θα απαιτούσε αλλαγή του συστήματος χρηματοδότησης των επαρχιών και των δήμων, αποδοχή απωλειών εσόδων και πιθανές μαζικές απολύσεις. Οι τοπικοί αξιωματούχοι αξιολογούνται επί χρόνια με βάση τους ρυθμούς ανάπτυξης και έχουν μάθει να δημιουργούν εργοστάσια, βιομηχανικά πάρκα και υποδομές για να πετυχαίνουν τους στόχους. Το σύστημα είναι σχεδιασμένο για παραγωγή, όχι για κατανάλωση.

Το Foreign Affairs εκτιμά ότι η πρόληψη μιας κρίσης απαιτεί συντονισμό της Κίνας με τις ΗΠΑ και τις άλλες μεγάλες οικονομίες. Μια συμφωνία αντίστοιχη, ως προς το πνεύμα, με τη Συμφωνία της Πλάζα θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακή ανατίμηση του γουάν, περιορισμό των επιδοτήσεων και ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης, ενώ οι εμπορικοί εταίροι της Κίνας θα μπορούσαν να προσαρμόσουν σταδιακά τα προστατευτικά μέτρα τους. Η Συμφωνία της Πλάζα (Plaza Accord) υπεγράφη στις 22 Σεπτεμβρίου 1985 στο ξενοδοχείο Plaza της Νέας Υόρκης από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τη Δυτική Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιαπωνία. Στόχος της ήταν η υποτίμηση του υπερτιμημένου αμερικανικού δολαρίου έναντι των άλλων νομισμάτων για τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ.

Το Foreign Affairs προτείνει ουσιαστικά να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα πριν μετατραπεί σε κρίση. Η ευκαιρία μπορεί να είναι η σύνοδος της G20 στο Μαϊάμι τον Δεκέμβριο, την οποία θα φιλοξενήσουν οι ΗΠΑ. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει ήδη χαρακτηρίσει τις παγκόσμιες ανισορροπίες έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την οικονομία.

Η ειρωνεία είναι ότι μια κρίση που θα έχει τις ρίζες της στην Κίνα πιθανότατα θα χρειαστεί ξανά την Ουάσιγκτον για να αντιμετωπιστεί. Ομως το διεθνές σύστημα συνεργασίας είναι σήμερα πιο αδύναμο από το 2008, ενώ το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών είναι πολύ υψηλότερο. Αν η κινεζική υπερπαραγωγή οδηγήσει σε απότομη κατάρρευση της ζήτησης, οι συνέπειες θα είναι πολύ ευρύτερες από μια κινεζική ύφεση.

Το πραγματικό «σοκ της Κίνας», επομένως, δεν θα είναι απλώς μια ακόμη εμπορική σύγκρουση. Θα μπορούσε να είναι η στιγμή κατά την οποία ένα μοντέλο που βασίστηκε στην αδιάκοπη αύξηση της παραγωγής θα συναντήσει τα όρια της παγκόσμιας ζήτησης. Η επιλογή βρίσκεται ακόμη στο Πεκίνο: είτε μια σταδιακή και συντονισμένη εξισορρόπηση είτε μια απότομη προσαρμογή, όταν οι αγορές θα έχουν ήδη κλείσει. Και, όπως καταλήγει το Foreign Affairs, αν η Κίνα συνεχίσει να αναβάλλει την αλλαγή, σύντομα μπορεί να μην έχει πλέον περιθώριο για να την αποφύγει.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-08-17 09:31:00

Back to top button