
Τραμπ μετά τις κάλπες: Από το «κάντε σαν να είμαι στο ψηφοδέλτιο» στο «δεν ήμουν υποψήφιος»
Αισθητή μεταβολή καταγράφεται στη δημόσια ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ μετά τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, που έδωσαν στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο του Κογκρέσου και περιόρισαν σημαντικά τα περιθώρια νομοθετικών κινήσεων του Λευκού Οίκου για τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρικής θητείας του.
Μόλις λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε τοποθετήσει τον εαυτό του στο επίκεντρο της αναμέτρησης, καλώντας τους Ρεπουμπλικανούς ψηφοφόρους να προσέλθουν στις κάλπες σαν να βρισκόταν ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο.
«Προσποιηθείτε ότι είμαι εγώ στο ψηφοδέλτιο», είχε πει σε τηλεφωνική προεκλογική συγκέντρωση στη Νότια Καρολίνα, προσθέτοντας ότι ακόμη και ένα μέρος της κινητοποίησης που πετυχαίνει όταν είναι ο ίδιος υποψήφιος θα μπορούσε να οδηγήσει τους Ρεπουμπλικανούς στη «μεγαλύτερη νίκη» τους.
Η κάλπη, ωστόσο, έδωσε διαφορετικό αποτέλεσμα. Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν τον έλεγχο της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, πετυχαίνοντας νίκες ακόμη και σε παραδοσιακά Ρεπουμπλικανικές πολιτείες, όπως το Τέξας, το Κάνσας και η Νότια Καρολίνα.
Πριν τις κάλπες: «Θα γίνω ο κύριος Βέτο»
Πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο Τραμπ εμφανιζόταν πολύ πιο συγκρουσιακός απέναντι στο ενδεχόμενο ενός Κογκρέσου ελεγχόμενου από τους Δημοκρατικούς.
Σε συνέντευξή του στο CBS είχε δηλώσει ότι διαθέτει την «τελική εξουσία», δηλαδή το προεδρικό βέτο, και είχε αστειευτεί ότι θα μπορούσε να γίνει «Mr. Veto» εφόσον οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν την πλειοψηφία.
Παράλληλα, επικαλούνταν πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να υποστηρίξει ότι η προεδρία διαθέτει «τεράστιες εξουσίες» και ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να εφαρμόζει μεγάλο μέρος της ατζέντας του ακόμη και χωρίς τη στήριξη του Κογκρέσου.
Η προεκλογική του γραμμή ήταν επομένως σαφής: ακόμη και εάν οι Ρεπουμπλικανοί έχαναν, ο Λευκός Οίκος θα χρησιμοποιούσε το βέτο και τις εκτελεστικές εξουσίες για να εμποδίσει τις πολιτικές των αντιπάλων του.
Μετά το αποτέλεσμα: «Θα συνεργαστούμε»
Μετά την κάλπη, όμως, ο τόνος έγινε περισσότερο συναινετικός.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών και ότι περιμένει να συνεργαστεί με τους Δημοκρατικούς.
Σύμφωνα με το Reuters, επικαλούμενο συνέντευξή του στους New York Times, ο πρόεδρος εκτίμησε ότι οι δύο πλευρές θα μπορέσουν τελικά να καταλήξουν σε συμφωνίες.
Η στάση αυτή διαφοροποιείται αισθητά από τη ρητορική των τελευταίων ημερών της προεκλογικής περιόδου, όταν το βασικό μήνυμα ήταν η αντιπαράθεση με ένα ενδεχόμενο Δημοκρατικό Κογκρέσο και η χρήση των προεδρικών εξουσιών για την παράκαμψή του.
Δεν πρόκειται, πάντως, για πλήρη εγκατάλειψη της συγκρουσιακής γραμμής.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαμηνύει ότι θα ασκεί βέτο σε νομοσχέδια των Δημοκρατικών με τα οποία διαφωνεί, αλλά πλέον παρουσιάζει τη σύγκρουση αυτή ως πιθανό πρώτο βήμα προς μία μελλοντική διαπραγμάτευση.
Σε συνέντευξή του στο Fox News είπε ότι περιμένει από τους Δημοκρατικούς να του στείλουν νομοσχέδια που ο ίδιος θεωρεί απαράδεκτα, τα οποία θα απορρίψει. Εκτίμησε όμως ότι έπειτα από ορισμένους μήνες οι δύο πλευρές θα καθίσουν στο τραπέζι και «θα μπορέσουν να συνεργαστούν».
«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο»
Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να αποστασιοποιήσει το προσωπικό του πολιτικό βάρος από την ήττα των Ρεπουμπλικανών.
Μετά τα αποτελέσματα δήλωσε ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στο ψηφοδέλτιο και απέδωσε μέρος της ήττας στη χαμηλότερη κινητοποίηση των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων και στους ίδιους τους υποψηφίους.
«Δεν βγάλαμε τον κόσμο να ψηφίσει, αλλά εγώ δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο. Αν ήμουν, θα είχαμε κερδίσει», δήλωσε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Politico, ενώ υποστήριξε επίσης ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ψηφοφόροι «δεν συμπάθησαν τους υποψηφίους».
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έρχεται σε αντίθεση με τη δική του προεκλογική προτροπή προς τους ψηφοφόρους να συμπεριφερθούν σαν να βρισκόταν πράγματι ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο.
Ο Τραμπ είχε πραγματοποιήσει δεκάδες συγκεντρώσεις και πολιτικές εμφανίσεις τις τελευταίες εβδομάδες, βάζοντας προσωπικά το πολιτικό του κεφάλαιο στη μάχη για τη διατήρηση του ελέγχου του Κογκρέσου. Το Reuters σημειώνει ότι ο ίδιος είχε καλέσει τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά τις εκλογές ως δημοψήφισμα για την προεδρία του.
Αναγνώρισε ότι ο πόλεμος με το Ιράν κόστισε
Αλλαγή καταγράφηκε και στον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ μίλησε για τον πόλεμο με το Ιράν.
Πριν από τις εκλογές υπερασπιζόταν έντονα τις αποφάσεις της κυβέρνησής του, παρά τις επικρίσεις των Δημοκρατικών ότι η σύγκρουση είχε συμβάλει στην άνοδο των τιμών της ενέργειας και του κόστους ζωής.
Μετά τα αποτελέσματα, αναγνώρισε για πρώτη φορά σαφέστερα ότι το Ιράν έπαιξε ρόλο στις απώλειες των Ρεπουμπλικανών.
Ο ίδιος συνέχισε να υπερασπίζεται την πολιτική του, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί κατανοούν τους λόγους για τους οποίους κινήθηκε στρατιωτικά, αλλά παραδέχθηκε ότι ο πόλεμος επιβάρυνε εκλογικά τους υποψηφίους του κόμματός του.
Η οικονομία και το κόστος ζωής αποτέλεσαν άλλωστε δύο από τα κεντρικά ζητήματα της κάλπης. Σε μεγάλη έρευνα του AP μεταξύ περίπου 80.000 ψηφοφόρων, τέσσερις στους δέκα χαρακτήρισαν την οικονομία ως το σημαντικότερο ζήτημα της χώρας, ενώ περίπου έξι στους δέκα δήλωσαν ότι αποδοκιμάζουν τη διακυβέρνηση Τραμπ.
Συνεχάρη τους Δημοκρατικούς, αλλά δεν δέχθηκε ότι η ήττα ήταν προσωπική
Μετά την έκταση των Δημοκρατικών κερδών, ο Τραμπ συνεχάρη τους πολιτικούς του αντιπάλους για τις νίκες τους.
Την ίδια στιγμή, όμως, απέρριψε την ερμηνεία ότι το αποτέλεσμα συνιστά προσωπική αποδοκιμασία της προεδρίας του και έστρεψε μέρος της ευθύνης στους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους που δεν κατάφεραν να κερδίσουν τις αναμετρήσεις τους.
Τα στοιχεία της κάλπης δείχνουν πάντως ότι ο ίδιος αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην απόφαση πολλών ψηφοφόρων. Περίπου τέσσερις στους δέκα δήλωσαν ότι ψήφισαν με σκοπό να εκφράσουν αντίθεση στον Τραμπ, έναντι λιγότερων από δύο στους δέκα που δήλωσαν ότι ψήφισαν για να του εκφράσουν στήριξη.
Από την αυτοπεποίθηση στον πραγματισμό
Η εικόνα που διαμορφώνεται μετά τις εκλογές δεν είναι ότι ο Τραμπ εγκαταλείπει τη σκληρή πολιτική του γραμμή.
Εξακολουθεί να μιλά για χρήση του βέτο, να υπερασπίζεται τις βασικές επιλογές της κυβέρνησής του και να επιμένει ότι διαθέτει ισχυρές εκτελεστικές εξουσίες.
Αυτό που έχει αλλάξει αισθητά είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλά για την πολιτική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε μετά την κάλπη.
Πριν από τις εκλογές, το μήνυμα ήταν ότι οι Ρεπουμπλικανοί μπορούσαν να επικρατήσουν εάν κινητοποιούσαν τη βάση του Τραμπ και ότι, ακόμη και σε περίπτωση ήττας, η προεδρία είχε αρκετή εξουσία για να παρακάμψει ένα εχθρικό Κογκρέσο.
Μετά τις εκλογές, στο λεξιλόγιο του Αμερικανού προέδρου μπήκαν περισσότερο οι έννοιες «αποδοχή του αποτελέσματος», «συνεργασία», «συμφωνία» και «διαπραγμάτευση».
Η αλλαγή αυτή έχει και πρακτική εξήγηση: με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν πλέον το Κογκρέσο, ο Τραμπ θα χρειαστεί να διαχειριστεί για τα επόμενα δύο χρόνια μία πολύ διαφορετική ισορροπία εξουσίας στην Ουάσιγκτον.
Η πρώτη αντίδρασή του δείχνει έτσι μία προσπάθεια προσαρμογής στο νέο πολιτικό τοπίο: σκληρή στάση εκεί όπου μπορεί να χρησιμοποιήσει τις προεδρικές του αρμοδιότητες, αλλά ταυτόχρονα μεγαλύτερη διάθεση για συμφωνίες εκεί όπου πλέον θα χρειάζεται και τη συναίνεση των Δημοκρατικών.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-11-04 08:37:00
