Οικονομία

Τρία «παράθυρα» μείωσης ενεργειακού κόστους «βλέπει» το ΥΠΕΝ

Τις απώλειες στο δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, το κόστος παραγωγής στα νησιά και κάποια «περίεργα» νούμερα που προκύπτουν από τη χονδρεμπορική του ρεύματος, είναι τα τρία μέτωπα, όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες, το ΥΠΕΝ βλέπει περιθώρια μείωσης του ενεργειακού κόστους.

Στα θέματα αυτά στρέφει το βλέμμα του το υπουργείο, προκειμένου να διερευνήσει πόσο εφικτές είναι οι παρεμβάσεις, πόσο γρήγορα μπορεί να γίνουν και κυρίως τι περιθώρια μείωσης υπάρχουν στο ενεργειακό κόστος, δηλαδή πόσο χαμηλότερα είναι δυνατόν να υποχωρήσει.

Στα παραπάνω, μια πρώτη απάντηση από τη νέα ηγεσία του ΥΠΕΝ εκτιμάται ότι θα υπάρξει μέσα στον επόμενο μήνα, με αρμόδιες πηγές να διευκρινίζουν ότι οι ασκήσεις αποσκοπούν σε μια λελογισμένη μείωση του κόστους, που δεν θα είναι της τάξης του 1%-2%, αλλά ούτε και θηριώδης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, πρόκειται για τρία μέτωπα όπου ακόμη και αν προκύψει ότι μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις, ακριβώς επειδή θα είναι μόνιμες, απαιτούν καλή μελέτη, ενδελεχή σχεδιασμό και θέλουν τον χρόνο τους. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Τυχόν μειώσεις θα μεταφερθούν σε δεύτερο χρόνο στους τελικούς λογαριασμούς.

Εκεί που μπορεί να «ποντάρει» το υπουργείο για μια άμεση αποκλιμάκωση των τιμών είναι στην άνοιξη και στην παραδοσιακή μείωση της ζήτησης, κάτι που αναμένεται να αποτυπωθεί και στα τιμολόγια για τον Απρίλιο, που ανακοινώνουν σήμερα το βράδυ οι πάροχοι.

Είναι πολύ πιθανό να δούμε μια γενικότερη πτωτική τάση ειδικά από τους πιο ακριβούς προμηθευτές, μπροστά και στη βουτιά του 30% με την οποία «τρέχει» η χονδρεμπορική αγορά (111,5 €/ MWh σήμερα έναντι 154,09 €/MWh που έκλεισε ο προηγούμενος μήνας), λόγω και των περισσότερων πλέον ωρών λειτουργίας των ΑΠΕ. Από εκεί και πέρα, η χαμηλή κατανάλωση ευνοεί μια πτώση στην τιμή του φυσικού αερίου μέχρι και τον Μάιο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αγορά χονδρικής του ρεύματος που, εκτός απροόπτου, εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να κινείται με χαμηλές πτήσεις για ένα ακόμη δίμηνο.

Σε δεύτερο χρόνο, ένα άλλο θέμα το οποίο θα εξετάσει το υπουργείο αφορά τυχόν τρόπους αύξησης του μεριδίου των σταθερών τιμολογίων, η μετακίνηση προς τα οποία συνεχίζεται, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς. Κυκλοφορούν πλέον 18 συνολικά τέτοια προϊόντα, 12μηνης ή μεγαλύτερης διάρκειας, με κάποια από αυτά να ξεκινούν από τα 9,4 λεπτά/KWh, δηλαδή σε τιμές ακόμη και 50% χαμηλότερες από εκείνες των «πράσινων». Και όμως, η δύναμη της αδράνειας διατηρεί ακόμη ένα μεγάλο αριθμό καταναλωτών, πάνω από 4 εκατομμύρια, στην τελευταία αυτή κατηγορία, που χωρίς τις κρατικές επιδοτήσεις θα ήταν ακόμα ακριβότερη. Τυχόν παρεμβάσεις ωστόσο εδώ θα γίνουν σε ένα δεύτερο επίπεδο.

Συνοψίζοντας τα τρία μέτωπα στα οποία εστιάζει σε αυτή τη φάση το υπουργείο για να δει αν μπορεί να προβεί σε μόνιμες παρεμβάσεις, είναι τα παρακάτω:

  • Απώλειες στο δίκτυο διανομής: Από 5,9% πριν από μια δεκαετία στην Ελλάδα, αυξήθηκαν στο 9,8% το 2020 και εκτοξεύτηκαν στο 11,4% το 2023. Τα στοιχεία προέρχονται από την τελευταία έκθεση του Συμβουλίου των Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ενέργειας (CEER), όπου η Ελλάδα καταγράφει την 5η χειρότερη επίδοση μεταξύ 33 ευρωπαϊκών χωρών. Στη δε Ευρωπαϊκή Ένωση, κατέχει αρνητική πρωτιά. Στις υπόλοιπες χώρες, με απώλειες άνω του 10% συγκαταλέγονται το Κόσοβο, η Αλβανία, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και η Σερβία. Το πρόβλημα αποδίδεται προφανώς στις πολύ χαμηλές επενδύσεις σε δίκτυα κατά τη δεκαετία των μνημονίων, ωστόσο το θέμα χρήζει της προσοχής του υπουργείου.
  • Κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα νησιά: Καθορίζεται από το κόστος του ακριβού καυσίμου που καίνε οι τοπικές μονάδες, δηλαδή το πετρέλαιο, το σταθερό κόστος και την τιμή των δικαιωμάτων CO2, η οποία έχει ανέβει και βρίσκεται μια ανάσα από τα 70 ευρώ/τόνος. Οσο περισσότερες ποσότητες πετρελαίου καταναλώνονται τόσο μεγαλύτερη προφανώς είναι και η δαπάνη για δικαιώματα CO2. 
  • Λογαριασμοί προσαυξήσεων: Είναι μία από τις βασικές παραμέτρους για την τελική διαμόρφωση του χονδρεμπορικού κόστους, καθώς περιλαμβάνει χρεώσεις γύρω από τη λειτουργία της Αγοράς Εξισορρόπησης, τις απώλειες του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και άλλες ρυθμιζόμενες χρεώσεις που επιβάλλονται στο πλαίσιο της αγοράς. Το θέμα είχε αναδείξει πρόσφατα με έκθεση της Grant Thorton η Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ). Στην Ελλάδα, το ποσό αυτό ανέρχεται σε περίπου 500 εκατ. ευρώ. Στη Γερμανία, μια αγορά δέκα φορές η ελληνική, το αντίστοιχο κόστος είναι 4 δισ. ευρώ (redispatching cost). Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, δεν είναι παράλογο το ποσό των 500 εκατ. ευρώ, ωστόσο το ΥΠΕΝ έχει αποφασίσει σύμφωνα με πληροφορίες να δει το θέμα και να διερευνήσει πώς ακριβώς διαμορφώνεται ο συγκεκριμένος λογαριασμός ΛΠ3.




Δημοσιεύτηκε ! 2025-04-01 08:37:00

Back to top button