
Το φάντασμα του Τραμπ πάνω από τις βραζιλιάνικες κάλπες
Σε όλες τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στη Λατινική Αμερική –στη Βολιβία, στη Χιλή, στην Κολομβία, στην Κόστα Ρίκα, στον Ισημερινό, στην Ονδούρα, στο Περού– το πολιτικό εκκρεμές κινήθηκε προς τα δεξιά, σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, προς μια Δεξιά απροκάλυπτα τραμπική.
Πλέον η προσοχή όλων είναι στραμμένη στη Βραζιλία, με το κρίσιμο ερώτημα να είναι το εξής: θα πραγματοποιήσει και η μεγαλύτερη χώρα της περιοχής μια συντηρητική στροφή ή θα συνεχίσει να κινείται ανεξάρτητα, με τα ηνία της χώρας να τα κρατάει για ακόμα μία τετραετία (τέταρτη) ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα;
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου Datafolha, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη, ο κεντροαριστερός νυν πρόεδρος της χώρας θα επικρατούσε στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών εάν είχε αντίπαλο τον ακροδεξιό γερουσιαστή Φλάβιο Μπολσονάρο – σενάριο που θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Πρόκειται για τον γιο του Ζαΐρ Μπολσονάρο, του πρώην προέδρου που καταδικάστηκε από το ομοσπονδιακό ανώτατο δικαστήριο της Βραζιλίας σε κάθειρξη 27 ετών για την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιανουάριο του 2023, μετά την ήττα του από τον Λούλα στις εκλογές του 2022.
Ο πρώτος γύρος των προεδρικών εκλογών θα διεξαχθεί την ερχόμενη Κυριακή (4 Οκτωβρίου). Βάσει του Συντάγματος και της εθνικής εκλογικής νομοθεσίας, εάν κανένας υποψήφιος δεν λάβει πάνω από το 50% των ψήφων στον πρώτο γύρο, διεξάγεται και δεύτερος (στις 25η Οκτωβρίου), στον οποίο μετέχουν οι δυο επικρατέστεροι διεκδικητές του ανώτατου αξιώματος: κατά τα δεδομένα της Datafolha σε αυτήν την περίπτωση ο Λούλα ντα Σίλβα θα λάμβανε το 48% των ψήφων, έναντι 45% του Μπολσονάρο.
Οσον αφορά το ευρύτερο πλαίσιο, σε ανάλυσή της η Σάρα Γκαντόλφι της Corriere della Sera παρατηρεί πως η Βραζιλία που προσέρχεται στις κάλπες (για να εκλέξει όχι μόνο πρόεδρο, αλλά και γερουσιαστές, κυβερνήτες, βουλευτές, καθώς και αντιπροσώπους στα πολιτειακά κοινοβούλια) «παραμένει μια χώρα διχασμένη, επιρρεπής στα άκρα και στην προσωπολατρία. Φέτος, όμως, οι διεκδικητές της προεδρίας δεν ασκούν ιδιαίτερη έλξη σε σχέσεις με τις προηγούμενες αναμετρήσεις: ο ογδοντάχρονος Λούλα θεωρείται, ακόμη και από πολλούς υποστηρικτές του, υπερβολικά μεγάλος σε ηλικία για να φορτωθεί άλλα τέσσερα χρόνια στην προεδρία, ενώ ο άχρωμος, ηλικίας 45 ετών Φλάβιο δεν διαθέτει τη ρητορική δεινότητα με την οποία ο πατέρας του ξεσήκωνε τα πλήθη».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Economist κρίνει ότι όποιος κι αν εκλεγεί δεν θα μπορέσει να προβεί στις διαρθρωτικές αλλαγές που χρειάζεται ο γίγαντας της Λατινικής Αμερικής: «Κανείς τους δεν πείθει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της Βραζιλίας: τη βαθιά ριζωμένη διαφθορά και την αδιάκοπη διόγκωση των δημόσιων δαπανών. Χωρίς ένα αξιόπιστο σχέδιο για τη μείωση του δημόσιου χρέους σε σχέση με ΑΕΠ, ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου χρέους και τόκων θα διατηρεί υψηλό το κόστος δανεισμού, στερώντας από την οικονομία τα κεφάλαια που χρειάζεται για να αυξήσει την παραγωγικότητά της και να αναπτυχθεί».
Η «ανακατάκτηση» της Λατινικής Αμερικής
Από τη σκοπιά της Ουάσινγκτον, ωστόσο, οι δύο υποψήφιοι απέχουν παρασάγγας ο ένας από τον άλλο. Οπως γράφουν ο Ολιβιέ Κομπανιόν και η Αναΐς Φλεσέ στη γαλλική επιθεώρηση γεωπολιτικής Le Grand Continent, «στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Ουάσινγκτον είχε στρέψει το βλέμμα μακριά από τη Νότια Αμερική, απορροφημένη από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο στον κινεζικό επεκτατισμό.
»Τώρα ήρθε η ώρα της ανακατάκτησης […] ήρθε η ώρα της επανεργοποίησης του Δόγματος Μονρόε στην αυτοκρατορική εκδοχή που απέκτησε στις αρχές του 20ού αιώνα, με το “Συμπλήρωμα Ρούζβελτ” του 1904, μέσω του οποίου αρχικά τέθηκε υπό αμερικανική κηδεμονία μεγάλο μέρος της Καραϊβικής και της Κεντρικής Αμερικής, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, εδραιώθηκε η κυριαρχία των ΗΠΑ σε ολόκληρη την ήπειρο, χωρίς κανέναν σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές».
Μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το Δόγμα Μονρόε μετεξελίχθηκε σε «Δόγμα Donroe», ωστόσο ο στόχος είναι ο ίδιος, απλώς εκφράζεται χωρίς περιστροφές: «Οι ΗΠΑ πρέπει να κατέχουν κυρίαρχη θέση στο δυτικό ημισφαίριο, καθώς αυτό αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ασφάλεια και την ευημερία μας – προϋπόθεση που μας επιτρέπει να επιβαλλόμαστε με αποφασιστικότητα όπου και όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο για την περιοχή.
»Οι όροι των συμμαχιών μας, όπως και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχουμε οποιαδήποτε μορφή βοήθειας, πρέπει να συνδέονται με τη σταδιακή μείωση της εχθρικής εξωτερικής επιρροής, είτε πρόκειται για τον έλεγχο στρατιωτικών εγκαταστάσεων, λιμανιών και κρίσιμων υποδομών είτε, γενικότερα, για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στρατηγικής σημασίας», επισημαίνεται στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου που εκδόθηκε πέρυσι τον Δεκέμβριο.
Ο φόβος είναι ότι, για να εξασφαλίσουν αυτή την «κυρίαρχη θέση», οι ΗΠΑ δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, όπως άλλωστε έκαναν πολύ πριν την έλευση του Τραμπ. Λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα πεπραγμένα του νυν αμερικανού προέδρου μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, οι Κομπανιόν και Φλεσέ παρατηρούν πως «η αμερικανική ανάμειξη δεν είναι αποκύημα της φαντασίας ανθρώπων που έχουν μείνει εγκλωβισμένοι στις παλιές αντιπαραθέσεις του Ψυχρού Πολέμου, αλλά μια καλά τεκμηριωμένη πραγματικότητα […]
»Αφού επηρέασαν τις βουλευτικές εκλογές της Αργεντινής τον Οκτώβριο του 2025, εξαρτώντας τη στήριξη του πέσο από ένα καλό εκλογικό αποτέλεσμα για το κόμμα του Χαβιέρ Μιλέι, τα κρούσματα παρέμβασης πολλαπλασιάστηκαν: στην Ονδούρα τον Δεκέμβριο του 2025, στην Κολομβία και στο Περού το πρώτο εξάμηνο του 2026, για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα· χωρίς να υπολογίζουμε, φυσικά, την καταστροφή, χωρίς καμία νομική κάλυψη, πολλών σκαφών στην Καραϊβική με την υποψία ότι εμπλέκονταν σε εμπόριο ναρκωτικών, ούτε την εντυπωσιακή απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από ειδικές δυνάμεις τον Ιανουάριο του 2026».
Στην ίδια τη Βραζιλία «οι απόπειρες αμερικανικής παρέμβασης άρχισαν με ένα κύμα δασμών τον Ιούλιο του 2025, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε πρόσθετο δασμό 50% σε όλα τα προϊόντα που εισάγονται από τη χώρα. Η ανακοίνωση συνοδευόταν από ένα σαφές πολιτικό αίτημα: η βραζιλιάνικη κυβέρνηση όφειλε να βάλει τέλος στο “κυνήγι μαγισσών” που σύμφωνα με την Ουάσινγκτον είχε στόχο τον πρώην πρόεδρο Ζαΐρ Μπολσονάρο, ο οποίος κατηγορούνταν για απόπειρα πραξικοπήματος».
Επειτα από λίγες εβδομάδες στο στόχαστρο βρέθηκαν ακόμη και τα μέλη του ανώτατου δικαστηρίου που επρόκειτο να τον δικάσουν. Στον εισηγητή-δικαστή Αλεσάντρε ντε Μοράες, για παράδειγμα (ο οποίος είχε αναστείλει για περισσότερο από έναν μήνα τη λειτουργία του Χ στη Βραζιλία στο πλαίσιο έρευνας για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, προκαλώντας την οργή του Ελον Μασκ), απαγορεύτηκε η είσοδος στις ΗΠΑ και κάθε είδους οικονομική ή χρηματοπιστωτική συναλλαγή στη χώρα.
Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάιο του 2025, η Ουάσινγκτον είχε χαρακτηρίσει την Primeiro Comando da Capital και την Comando Vermelho, δύο από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις της Βραζιλίας, που συνδέονται με τη διακίνηση ναρκωτικών, «τρομοκρατικές οργανώσεις», δηλαδή ως απειλή που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ακόμη και μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βραζιλία.
Θα αναγνωρίσει ο Τραμπ μια νίκη του Λούλα;
«Η Βραζιλία δεν είναι η πίσω αυλή κανενός», δήλωσε με υπερηφάνεια ο Λούλα προ ημερών, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα γράφουν η Ανα Ιόνοβα και ο Ανταμ Μπ. Ελικ στους New York Times (έχοντας συνομιλήσει με κυβερνητικούς και εκλογικούς αξιωματούχους, στελέχη των διωκτικών αρχών και των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και ξένους διπλωμάτες), ελάχιστοι στην Μπραζίλια πιστεύουν ότι η Ουάσινγκτον απλώς θα περιμένει με τα χέρια σταυρωμένα το εκλογικό αποτέλεσμα.
«Εχοντας δει τον Τραμπ να αναμειγνύεται σε άλλες εκλογικές αναμετρήσεις και να επιχειρεί ανεπιτυχώς να γλιτώσει τον πατέρα του Φλάβιο Μπολσονάρο από τη φυλακή για την απόπειρα πραξικοπήματος, η Βραζιλία ορθώνει ένα τείχος προστασίας για να προστατεύσει την κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση από μια πιθανή αμερικανική ανάμειξη. Μεταξύ των σχετικών ενεργειών περιλαμβάνονται η παρακολούθηση δραστηριοτήτων άσκησης επιρροής και παραπληροφόρησης στο εξωτερικό, η αντιμετώπιση ψευδών καταγγελιών για εκλογική νοθεία και η κινητοποίηση χωρών της Ευρώπης, της Ασίας και άλλων περιοχών», συνοψίζεται στο αμερικανικό δημοσίευμα.
Σε έκθεση της υπηρεσίας πληροφοριών της Βραζιλίας, η οποία συντάχθηκε στα τέλη του περασμένου Αυγούστου και δόθηκε στη δημοσιότητα στις 19 Σεπτεμβρίου, ο κίνδυνος αμερικανικής παρέμβασης στις επικείμενες εκλογές χαρακτηρίζεται «κρίσιμος».
Στην ανάλυσή τους στο Le Grand Continent, οι Κομπανιόν και Φλεσέ θέτουν ένα ακόμη καίριο ερώτημα: εάν κερδίσει ο Λούλα, θα αναγνωρίσει o Λευκός Οίκος το αποτέλεσμα; Πάντως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αναγνώρισε ποτέ τη νίκη του Τζο Μπάιντεν το 2020, ενώ η εισβολή οπαδών του Ζαΐρ Μπολσονάρο σε κυβερνητικά κτίρια της Μπραζίλια τον Ιανουάριο του 2023 έμοιαζε με πιστή επανάληψη της εισβολής των οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο τον Ιανουάριο του 2021.
Εάν, αντιθέτως, επικρατήσει ο Φλάβιο Μπολσονάρο, ποιο τίμημα θα κληθεί να καταβάλει η Βραζιλία; Οπως παρατηρούν οι δυο γάλλοι ειδικοί, «οι εκφράσεις αφοσίωσης του ακροδεξιού υποψηφίου [στις ΗΠΑ] συνοδεύονται από οικονομικές υποσχέσεις: πρόσβαση στις σπάνιες γαίες και στον ορυκτό πλούτο της χώρας, αλλά και προνομιακή εμπορική μεταχείριση των αμερικανικών προϊόντων».
Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Μπολσονάρο του νεότερου, «η Βραζιλία και η Αμερική είναι φτιαγμένες η μία για την άλλη. Οι ΗΠΑ χρειάζονται ασφαλείς αλυσίδες εφοδιασμού για κρίσιμες πρώτες ύλες, έναν αξιόπιστο εταίρο στο ημισφαίριο και μια τεράστια αγορά για τα αμερικανικά αγαθά και τις υπηρεσίες. Και η Βραζιλία χρειάζεται τρία πράγματα: βοήθεια στον αγώνα κατά των διεθνών καρτέλ ναρκωτικών, επενδύσεις και τεχνολογία. Από αυτή τη σκοπιά, καμία χώρα στον κόσμο δεν μπορεί να μας βοηθήσει περισσότερο από τις ΗΠΑ». Τα παραπάνω, ο υποψήφιος πρόεδρος της Βραζιλίας τα δήλωσε τον περασμένο Μάρτιο, στην ετήσια Διάσκεψη Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης (CPAC), τη μεγαλύτερη και πιο σημαντική μάζωξη συντηρητικών στοιχείων, που διοργανώνεται στις ΗΠΑ.
Η συμφωνία με την Ευρώπη
Οι δηλώσεις αυτές, γράφει η Καμίλ Ζις στο Politico Europe, σήμαναν συναγερμό και στις Βρυξέλλες, κυρίως για το μέλλον της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ – Mercosur. Επειτα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων η συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και της λεγόμενης Νότιας Κοινής Αγοράς (Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη και Βραζιλία) τέθηκε προσωρινά σε ισχύ τον περασμένο Μάιο.
Η οριστική έγκρισή της, όμως, εκκρεμεί, καθώς οι ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής της συμφωνίας στο Δικαστήριο της ΕΕ, προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι συμβατή με τις ευρωπαϊκές συνθήκες (η γνωμοδότηση δεν αναμένεται πριν από το επόμενο καλοκαίρι). Πλέον, όμως, οι Βρυξέλλες ανησυχούν και για το ενδεχόμενο μια εκλογή του Φλάβιο Μπολσονάρο στην προεδρία να καταστήσει τη συμφωνία ακόμη πιο τοξική –από πολιτική άποψη– φέρνοντας παράλληλα την Μπραζίλια ακόμα πιο κοντά στην Ουάσινγκτον.
«Χρειαζόμαστε την επανεκλογή του Λούλα για να επικυρωθεί η συμφωνία με τη Mercosur την επόμενη χρονιά», είπε στο Politico Europe ο Τζον Κλαρκ, πρώην διαπραγματευτής εμπορικών συμφωνιών της Κομισιόν. Πάντως προς το παρόν ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για τις Βρυξέλλες είναι το γεγονός ότι αρκετές χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της Γαλλίας και της Πολωνίας, όπου του χρόνου θα διεξαχθούν εκλογές, αντιτίθενται στη συμφωνία (κυρίως όσον αφορά τις προβλέψεις για τα αγροτικά προϊόντα).
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-03 09:00:00
