Οικονομία

Προϋπολογισμός διεθνούς κρίσης ή εκλογών;

Τη Δευτέρα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης θα καταθέσει στη Βουλή το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027, που είναι η χρονιά των εκλογών.

Οι προβλέψεις και οι στόχοι για τη διατήρηση του ρυθμού ανάπτυξης γύρω στο 2%, τη συγκράτηση του πληθωρισμού κάτω από το 3% (μετά το σοκ της ανόδου στο 5,1% τον Σεπτέμβριο) και τη διατήρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο επίπεδο του 3% του ΑΕΠ, εν μέσω της διεθνούς ενεργειακής κρίσης και της θύελλας στις αγορές ομολόγων, έχουν τη σημασία τους.

Δείχνουν ότι η κυβέρνηση θα πορευθεί στις ίδιες «ράγες» και θα κρατήσει την υψηλή έμμεση φορολογία ως πηγή εσόδων και πλεονασμάτων, παρά τις πιέσεις που δέχεται και τη δυσφορία που προκαλεί η ακρίβεια στα νοικοκυριά.

Δεν είναι τυχαίο ότι το οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου τα έσοδα από τον ΦΠΑ παρουσιάζουν αύξηση κατά 2 δισ. ευρώ, οφειλόμενη εν μέρει στη σημαντική άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και εν μέρει στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης σε τρέχουσες (πληθωριστικές) τιμές.


Με αυτόν τον τρόπο –με την επιμονή στην αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της έμμεσης φορολογίας– θέλει να στείλει μήνυμα στις «ταραγμένες αγορές» ότι η Ελλάδα είναι πιστή στον κανόνα της δημοσιονομικής σταθερότητας, χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος.

Είναι κι αυτό μια επιλογή…


Παράλληλα, η κυβέρνηση προχώρησε την Πέμπτη σε μια ακόμη κίνηση ελάφρυνσης του χρέους, αποπληρώνοντας πρόωρα δάνεια ύψους 2,5 δισ. ευρώ προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), χρησιμοποιώντας έσοδα από την επαναϊδιωτικοποίηση ελληνικών τραπεζών που είχαν λάβει προηγουμένως στήριξη από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).

Συνολικά, μέχρι το τέλος του έτους, το σχέδιο προβλέπει την αποπληρωμή δανείων από τα προγράμματα διάσωσης συνολικού ύψους σχεδόν 13 δισ. ευρώ.


Με τις κινήσεις αυτές (και παρά την άνοδο των επιτοκίων του νέου δανεισμού λόγω της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και πληθωρισμού) το δημόσιο χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί κάτω από το 137% του ΑΕΠ το 2026 και να υποχωρήσει κοντά στο 130% του ΑΕΠ το 2027.

Οι δυσκολίες

Ολα αυτά βέβαια, προβλέψεις και στόχοι, τελούν υπό αίρεση, καθώς εκτός από την ενεργειακή κρίση η Ελλάδα έχει και τις δικές της προκλήσεις.

Οπως επισημαίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, με την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση. Το τέλος του Ταμείου δεν συνιστά μείζονα δημοσιονομική πρόκληση, αποτελεί όμως δοκιμασία ωριμότητας, με αφετηρία όσα επιτεύχθηκαν το προηγούμενο διάστημα.

Τα τελευταία χρόνια η χώρα συνδύασε έναν εξαιρετικά μεγάλο όγκο ευρωπαϊκών πόρων με ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και βελτίωση της πιστοληπτικής της εικόνας, με αποτέλεσμα ο λόγος των επενδύσεων προς το ΑΕΠ να ανέλθει από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Το ζητούμενο πλέον είναι αν η ώθηση αυτή μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό ανάπτυξης που θα στηρίζεται σε ίδιους πόρους και θα λειτουργεί χωρίς έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Οι μεγάλες διαρθρωτικές προκλήσεις, δηλαδή τα άλυτα προβλήματα της οικονομίας, παραμένουν για την Ελλάδα:

  1. Το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης, το οποίο παρά τις ενέσεις του Ταμείου Ανάκαμψης δεν έχει κλείσει, η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, που κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που υπενθυμίζει την υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση και την υστέρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
  2. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό, αναδεικνύοντας προβλήματα εγχώριας παραγωγής και ρυθμιστικής λειτουργίας των αγορών.
Πώς κλείνει το 2026

Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού και τα στοιχεία που έχουν ήδη ανακοινωθεί από το υπουργείο Οικονομικών, το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026, το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές καταγράφει πλεόνασμα 11,3 δισ. ευρώ (4,3% του ΑΕΠ), αυξημένο κατά 1,9 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025.

Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού παρατηρείται αύξηση κατά 4.916 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025, η οποία αποδίδεται στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 3.190 εκατ. ευρώ και στην αύξηση των δαπανών ΠΔΕ και ΤΑΑ κατά 1.471 εκατ. ευρώ.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-02 15:08:00

Back to top button