
Οι διεργασίες δείχνουν φως στο τούνελ
Το έδαφος για την επανεκκίνηση των ερευνών στα διεθνή ύδατα για την πόντιση του καλωδίου Ελλάδας-Κύπρου φαίνεται ότι προλειαίνουν μια σειρά από κινήσεις, που δείχνουν ότι καταβάλλεται προσπάθεια, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν, να πάρει ξανά μπροστά το εγχείρημα.
Σε μια συγκυρία όπου το κλίμα στην Αν. Μεσογείο είναι πολύ βαρύ, οι σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ βρίσκονται στα άκρα και μπροστά σε μια πιθανή συνάντηση Γεραπετρίτη-Φιντάν σήμερα ή αύριο στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, η ελληνική με την κυπριακή πλευρά εντείνουν τις επαφές τους για να κλείσουν κάποιες κρίσιμες εκκρεμότητες.
Στην κατεύθυνση αυτή, της προεργασίας, που δείχνει την πρόθεση ώστε, μόλις ανάψει το πράσινο διπλωματικό φως, να επιστρέψει το πλοίο στα διεθνή νερά, εντάσσεται και ο ρόλος που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, έχουν αναλάβει το τελευταίο διάστημα οι δύο ρυθμιστές, Ελλάδας και Κύπρου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ΡΑΑΕΥ και ΡΑΕΚ βρίσκονται σε συνεχή επαφή τις τελευταίες ημέρες και συνεργάζονται στενά, προκειμένου οι όποιες δαπάνες για τις νέες έρευνες πόντισης του καλωδίου να «περαστούν» ως εύλογα έξοδα στο συνολικό κόστος του καλωδίου.
Αν και σαν κίνηση δεν αφορά το «σκληρό» διπλωματικό σκέλος της υπόθεσης, παρά εντάσσεται στην κατηγορία των πολλών μικρών διεργασιών στο παρασκήνιο, είναι σημαντική καθώς άπτεται της οικονομικής διάστασης του έργου και δείχνει κι αυτή μια πρόθεση υπέρ της σύντομης επανέναρξης των εργασιών.
Τα πλοία ακολουθούν συγκεκριμένα προγράμματα, τα κόστη είναι μεγάλα, και δεν επιστρέφουν έτσι απλά, χωρίς να ληφθούν κάποιες διασφαλίσεις, για έναν νέο γύρο ερευνών σ’ ένα έργο με καθαρά γεωπολιτικό στίγμα, το οποίο διανύει την πιο ευαίσθητη καμπή του.
Και έχει σημασία ότι ακόμη και για ρυθμιστικά ζητήματα, όπως το παραπάνω, η κυβερνητική γραμμή είναι η «απόλυτη σιγή ασυρμάτου», προκειμένου να αποφευχθεί το οποιοδήποτε επικοινωνιακό ή άλλο στραβοπάτημα, όπως είχε συμβεί κατά το παρελθόν.
Σ’ αυτό το τοπίο, και με τις πληροφορίες να επιμένουν για επανέναρξη των εργασιών μέσα στις επόμενες εβδομάδες και πριν το τέλος Απριλίου, έχει ασφαλώς τη σημασία της μια τυχόν συνάντηση Γεραπετρίτη-Φιντάν (χωρίς να είναι βέβαιη), πολλώ δε μάλλον αν οδηγήσει ώστε να διαφανεί κάποιος στοιχειώδης κοινός τόπος για ένα θέμα στο οποίο η Τουρκία παραμένει ανυποχώρητη. Τίποτα προς ώρας δεν προϊδεάζει για κάποια αλλαγή στάσης, με το ερώτημα μέχρι πού είναι διατεθειμένη να τραβήξει το σχοινί η Τουρκία να παραμένει, παρ’ ότι οι έρευνες αφορούν περιοχές στην οριοθετημένη ελληνική ΑΟΖ.
Το θετικό μομέντουμ από τη διπλωματική στήριξη που παρέχει το Ισραήλ και η Γαλλία στην Ελλάδα είναι ασφαλώς σημαντικό, ειδικά σε μια συγκυρία κλιμακούμενης έντασης μεταξύ Τελ Αβίβ και Αγκυρας, ωστόσο μένει στην πράξη να φανεί η εφαρμογή της στρατηγικής αυτής σχέσης, στο σενάριο που επιχειρηθεί, όπως το καλοκαίρι, επεισόδιο παρόμοιο με εκείνο της Κάσου.
Σενάρια «θερμής επαφής» Ισραήλ-Τουρκίας
Τον τόνο προς ώρας πάντως δίνει η διαρκής επιδείνωση στις σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας και η κόκκινη γραμμή που συνεπάγεται για το Τελ Αβίβ το ενδεχόμενο η Άγκυρα να ενισχύσει την στρατιωτική παρουσία της στη Συρία, όπως είχε κάνει στη Λιβύη, και το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο περιφερειακών δυνάμεων στην περιοχή είναι οι χειρότερες που είχαν ποτέ.
«Ένα τουρκικό drone πάνω από τον ισραηλινό εναέριο χώρο δεν είναι πλέον σενάριο φαντασίας, το 2025 έχει γίνει ρεαλιστική απειλή. Η άνευ προηγουμένου δήλωση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις 30 Μαρτίου, που κάλεσε ανοιχτά τον Αλλάχ να φέρει “την καταστροφή στο σιωνιστικό Ισραήλ”, υπογραμμίζει ότι μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη», γράφει σε χθεσινό της δημοσίευμα η Jerusalem Post. Ο τίτλος είναι «Στρατιωτική επέκταση της Τουρκίας στη Συρία: Μια νέα απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ».
Σ’ ένα τέτοιο κλίμα, όπου η όξυνση της στάσης της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ δυσκολεύει πολύ τη θέση της σε σχέση με όσα επιδιώκει από τις ΗΠΑ, όπως η επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35, πραγματοποιείται σήμερα η Σύνοδος των υπουργών Εξωτερικών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή για πρώτη φορά του Αμερικανού Μάρκο Ρούμπιο.
Σε τέτοιο βαρύ περιβάλλον σχεδιάζει η κυβέρνηση την επανεκκίνηση των ερευνών για το καλώδιο στα διεθνή ύδατα της Κάσου, προετοιμαζόμενη προφανώς για τη διαχείριση της επόμενης πιθανής έντασης με την Τουρκία.
Εχει κάνει σαφές ότι το έργο θα προχωρήσει, όπως έχουν δηλώσει οι υπ. Εξωτερικών και ΠΕΝ Γ. Γεραπετρίτης και Στ. Παπασταύρου, όχι μόνο γι’ αυτή καθ’ εαυτή τη σημασία του Great Sea Interconnector ως ενεργειακού project. Οσο γιατί γνωρίζει ότι, αν οπισθοχωρήσει, θα είναι σαν να αποδέχεται, υπό την απειλή επίδειξης ισχύος στο πεδίο, αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Δημοσιεύτηκε ! 2025-04-03 07:40:00