
Κι όμως, το πετρέλαιο είναι καταδικασμένο να πέσει
Το πετρέλαιο επέστρεψε πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή αρχίζει να μεταδίδεται με ένταση στις μεγάλες οικονομίες. Οι φόβοι για νέο κύμα πληθωρισμού προκάλεσαν την Πέμπτη παγκόσμιο ξεπούλημα ομολόγων, με την απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς να φθάνει έως το 5,34%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002.
Και ενώ οι αγορές βρίσκονται σε αναβρασμό, τα ιστορικά στοιχεία και η μελέτη των δεδομένων που παρουσιάζει στους New York Times ο Φίλιπ Ντελβς Μπράουτον δείχνουν ότι μια αντίστροφη πορεία των τιμών του πετρελαίου δεν είναι διόλου απίθανη. Ο διακεκριμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Embargo: The 1973 Oil Crisis that Changed the World», που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο, αντλεί διδάγματα από προηγούμενες κρίσεις (όπως εκείνη του 1973) για να παρουσιάσει τα ενδεχόμενα που έχουμε μπροστά μας.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Προς το παρόν, επτά μήνες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, η διεθνής αγορά έχει αρχίσει να συνηθίζει σε έναν κόσμο με ακριβό πετρέλαιο. Η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ παραμένει εξόχως προβληματική και η ακριβή βενζίνη στις ΗΠΑ αντιμετωπίζεται ως μια νέα πραγματικότητα. Κάτω όμως από αυτή την εικόνα, o Μπράουτον θεωρεί ότι διαμορφώνονται συνθήκες για μια απότομη αντιστροφή: μια κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου που θα δημιουργούσε τους δικούς της μεγάλους χαμένους.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο των New York Times, η πετρελαϊκή αγορά έχει εισέλθει σε μια περίοδο όπου μια σειρά από παράγοντες ενδέχεται να συνδυαστούν χρονικά και να οδηγήσουν τις τιμές πολύ χαμηλότερα. Κατά τον ίδιο, μια μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου είναι πλέον πολύ πιθανή και το βασικό ερώτημα είναι πότε θα αρχίσει.
Ο Μπράουτον θυμίζει ότι μόλις τον περασμένο Μάρτιο, στη μεγάλη ετήσια συνάντηση της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας στο Χιούστον του Τέξας, το κλίμα ήταν σχεδόν πανηγυρικό. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε επιταχύνει τις ρυθμιστικές εγκρίσεις, η έρευνα και η παραγωγή αυξάνονταν και η εκτίναξη των τιμών εξαιτίας του πολέμου ενίσχυε τα κέρδη. Για τους traders πετρελαίου, δηλαδή, η μεγάλη μεταβλητότητα ήταν πηγή σημαντικών αποδόσεων.
Οι παλαιότεροι όμως θυμούνται το 1986, συνεχίζει ο αρθρογράφος. Τότε η Σαουδική Αραβία πλημμύρισε την αγορά με πετρέλαιο, επιχειρώντας να τιμωρήσει τα μέλη του ΟΠΕΚ που παραβίαζαν τα όρια της παραγωγής. Η τιμή του βαρελιού υποχώρησε από τα περίπου 30 δολάρια σε 10 δολάρια και το Τέξας βυθίστηκε σε βαθιά οικονομική κρίση.
Το σενάριο των 30 δολαρίων
Κατά την ανάλυση του Μπράουτον που φιλοξενούν οι NYTimes, μια ανάλογη ακολουθία γεγονότων θα μπορούσε να εκτυλιχθεί εφόσον τερματιστεί ο πόλεμος με το Ιράν και αποκατασταθεί η ελεύθερη διέλευση των δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ. Σε μια πρώτη φάση, εκτιμά ότι το πετρέλαιο θα μπορούσε να επιστρέψει στα επίπεδα του Ιανουαρίου, δηλαδή στα 60 έως 70 δολάρια το βαρέλι. Η ιστορία δείχνει, ωστόσο, πως όταν οι πετρελαϊκές αγορές αλλάζουν απότομα κατεύθυνση η πτώση μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ τις αρχικές προβλέψεις.
Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 το αργό έπεσε από τα 140 δολάρια στα 40 δολάρια το βαρέλι. Την περίοδο της πανδημίας υποχώρησε από τα περίπου 60 δολάρια στα 20. Μια αντίστοιχη κίνηση σήμερα θα μπορούσε να στείλει την τιμή στα 30 δολάρια ή ακόμη χαμηλότερα.
Ενα τέτοιο επίπεδο θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στις ΗΠΑ. Ο υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ, έχει δηλώσει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει τη δραστική αποκλιμάκωση των τιμών μέσω αύξησης της παγκόσμιας παραγωγής, με τη Βενεζουέλα να αποτελεί έναν από τους κρίσιμους κρίκους αυτής της στρατηγικής. Ο πολιτικός στόχος είναι η βενζίνη να υποχωρήσει στα 2 δολάρια το γαλόνι (από 4,4 δολάρια που είναι αυτές τις μέρες), τιμή που αντιστοιχεί σε τιμές πετρελαίου από 30 έως 40 δολάρια το βαρέλι.
Σε αυτά τα επίπεδα, όμως, μεγάλο μέρος της αμερικανικής παραγωγής δεν είναι οικονομικά βιώσιμο, επισημαίνει ο Μπράουτον. Σύμφωνα με την ανάλυσή του στους NYTimes, η τιμή ισορροπίας για τα νέα αμερικανικά κοιτάσματα βρίσκεται πάνω από τα 60 δολάρια το βαρέλι, ενώ είναι ακόμη υψηλότερη για αρκετούς παραγωγούς σχιστολιθικού πετρελαίου. Επομένως, μια πολιτική που θα οδηγούσε σε εξαιρετικά φθηνή βενζίνη θα ασκούσε παράλληλα τεράστια πίεση στην ίδια την αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία.
Σε συνθήκες ισορροπίας, ο πλανήτης παράγει και καταναλώνει περίπου 105 εκατ. βαρέλια υγρών καυσίμων ημερησίως. Εφέτος, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, τόσο η προσφορά όσο και η ζήτηση έχουν μειωθεί. Η ζήτηση εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κατά 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως και η προσφορά κατά 5,7 εκατ. βαρέλια. Τα αποθέματα χρησιμοποιούνται εδώ και μήνες για να καλύψουν το κενό που δημιούργησε ο πόλεμος.
Οι σχετικά μικρές ποσοστιαίες μεταβολές μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές μόλις οι συνθήκες αλλάξουν. Οσο η παραγωγή από τον Περσικό Κόλπο παραμένει εγκλωβισμένη, παραγωγοί από άλλα σημεία του πλανήτη επενδύουν για να καλύψουν μέρος του κενού.
Τα τεράστια κοιτάσματα της Γουιάνας, στη Νότια Αμερική, έχουν πλέον περάσει σε παραγωγή μεγάλης κλίμακας, έπειτα από χρόνια επενδύσεων. Στην Αργεντινή, η κυβέρνηση του Χαβιέρ Μιλέι επιδιώκει την επέκταση της παραγωγής στην Παταγονία, ενώ η Βενεζουέλα θα μπορούσε να προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια για την αναβάθμιση των παλαιωμένων πετρελαϊκών υποδομών της.
Υπάρχει και η Ρωσία, συνεχίζει ο Μπράουτον. Υποστηρίζει ότι ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς και ενδεχόμενες μεταβολές στο καθεστώς των κυρώσεων, θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά τον τρόπο που το ρωσικό πετρέλαιο φθάνει στη διεθνή αγορά. Μεγάλο μέρος του διακινείται σήμερα μέσω του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», αλλά αν οι συνθήκες αλλάξουν η διαθέσιμη προσφορά θα μπορούσε να αυξηθεί.
Τότε θα προκύψει το αντίστροφο πρόβλημα, σύμφωνα με τον βρετανό δημοσιογράφο: ποιος θα αγοράζει όλο αυτό το πετρέλαιο; Διότι την ίδια στιγμή, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλησιάζουν σε ένα κρίσιμο σημείο ως προς το κόστος και την έκταση της χρήσης τους.
Η αιολική και η ηλιακή ενέργεια καλύπτουν πλέον περισσότερο από το μισό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σε περιοχές όπως η Καλιφόρνια και η Δυτική Ευρώπη. Τα μεγάλα εμπόδια παραμένουν η αποθήκευση και τα δίκτυα μεταφοράς. Ωστόσο η παρατεταμένη αστάθεια στην αγορά πετρελαίου μπορεί, κατά τον Μπράουτον, να επιταχύνει τις επενδύσεις και στους δύο αυτούς τομείς.
Στην εξίσωση μπαίνει και η πιθανότητα παγκόσμιας ύφεσης, η οποία ιστορικά λειτουργεί ως ισχυρός μηχανισμός περιορισμού της ζήτησης για πετρέλαιο. Οι αναταράξεις στις αγορές ομολόγων, το υψηλό δημόσιο χρέος στις ΗΠΑ και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, η αύξηση του κόστους δανεισμού και οι ανησυχίες για τις υψηλές αποτιμήσεις στον κλάδο της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτελούν παράγοντες που ενισχύουν τον κίνδυνο.
Ο Μπράουτον εξηγεί ότι μια ύφεση σε μια περίοδο ανάκαμψης της προσφοράς πετρελαίου θα μπορούσε να μεταβάλει βίαια την ισορροπία της αγοράς. Διότι τότε ενεργοποιείται ένας μηχανισμός που έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στο παρελθόν: Οταν αρχίζουν να πέφτουν οι τιμές, αρκετοί παραγωγοί αυξάνουν την παραγωγή για να διατηρήσουν τα έσοδά τους. Η επιπλέον ποσότητα που φθάνει στην αγορά πιέζει ακόμη περισσότερο τις τιμές και αναγκάζει τους παραγωγούς με υψηλότερο κόστος να περιορίσουν ή να διακόψουν τη δραστηριότητά τους.
Η πτώση του 1986 συνέβαλε π.χ. στη μεγάλη οικονομική πίεση που αντιμετώπισε η Σοβιετική Ενωση στα τελευταία χρόνια πριν την κατάρρευσή της. Μια αντίστοιχη πτώση της τιμής του πετρελαίου σήμερα θα περιόριζε δραστικά και τα πετρελαϊκά έσοδα της Ρωσίας.
Ούτε η Σαουδική Αραβία διαθέτει πλέον την ίδια αντοχή στις εξαιρετικά χαμηλές τιμές που είχε πριν από τέσσερις δεκαετίες. Ο πληθυσμός της έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 1986, ενώ τα μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια της χώρας απαιτούν τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων. Μια παρατεταμένη περίοδος φθηνού πετρελαίου θα πίεζε επομένως τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τις επενδυτικές φιλοδοξίες αρκετών κρατών της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με τον Φίλιπ Ντελβς Μπράουτον, η αγορά πετρελαίου βρίσκεται μπροστά σε δύο αντίθετους κινδύνους. Σήμερα το πρόβλημα είναι η περιορισμένη προσφορά, τα εξαντλούμενα αποθέματα και οι υψηλές τιμές. Εάν όμως αποκατασταθεί η παραγωγή στον Κόλπο την ώρα που νέες ποσότητες θα φθάνουν από άλλες περιοχές και παράλληλα η παγκόσμια ζήτηση εξασθενεί, η εικόνα μπορεί να αντιστραφεί γρήγορα.
Για τους οδηγούς η επιστροφή του φθηνού πετρελαίου θα ήταν παραπάνω από ευπρόσδεκτη. Αντίθετα, για τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, τις επιχειρήσεις και τις οικονομίες που εξαρτώνται από την πώληση πετρελαίου, μια πτώση προς τα 30 δολάρια θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό σοκ. Επομένως, κατά την εκτίμηση του βρετανού αρθρογράφου που φιλοξενούν οι New York Times, η επόμενη μεγάλη αναταραχή στην αγορά ενέργειας θα αρχίσει όταν οι τιμές θα πάρουν… τον κατήφορο.
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-02 09:30:00
