
Ινστιτούτο Bruegel: Η ΕΕ πρέπει να «σηκώσει το γάντι» των δασμών
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται να απαντήσει δυναμικά απέναντι στους νέους δασμούς που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ και οι οποίοι αναμένεται να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου (IW), οι ζημίες για την ΕΕ ενδέχεται να φτάσουν τα 750 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη τετραετία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι οι δασμοί 20% που προγραμματίζει η Ουάσινγκτον θα πλήξουν σχεδόν το 70% των εξαγωγών της ΕΕ προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά τις επίσημες προσπάθειες για συνέχιση των διαπραγματεύσεων, οι εξελίξεις υποδεικνύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη απειλή για το ελεύθερο εμπόριο από τη δεκαετία του 1930, με την JP Morgan να προειδοποιεί ακόμα και για τον κίνδυνο παγκόσμιας ύφεσης. «Οι ανατρεπτικές πολιτικές των ΗΠΑ αναγνωρίζονται ως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις παγκόσμιες προοπτικές όλο τον χρόνο», ανέφερε το σημείωμα της αμερικανικής επενδυτικής.
Οι αναλυτές της διαπίστωσαν ότι η ανακοίνωση αυτής της εβδομάδας μετά τις προηγούμενες αυξήσεις δασμών αυξάνει τον μέσο φορολογικό συντελεστή των ΗΠΑ «κατά 22% περίπου, στο 24% περίπου», που ισοδυναμεί με περίπου 2,4% της συνολικής αξίας όλων των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στη χώρα ή του ΑΕΠ.
«Η αύξηση αυτού του μεγέθους ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη αύξηση φόρων από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», αναφέρει JPMorgan. Τα αποτελέσματά του μάλιστα θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο «μέσω αντιποίνων, διολίσθησης του επιχειρηματικού κλίματος στις ΗΠΑ και διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα».
«Ως εκ τούτου υπογραμμίζουμε ότι εάν διατηρηθούν αυτές οι πολιτικές, πιθανότατα θα ωθήσουν τις ΗΠΑ και πιθανώς την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση τη φετινή χρονιά», προειδοποίησαν οι αναλυτές της JP Morgan, τονίζοντας, ωστόσο, ότι μια ύφεση στις ΗΠΑ ή παγκοσμίως «δεν είναι το προκαθορισμένο αποτέλεσμα».
Σε αυτό το ρευστό παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, η ΕΕ εξετάζει τρεις κύριες στρατηγικές για την αντίδρασή της, σύμφωνα με ανάλυση της δεξαμενής σκέψης Bruegel.
Η πρώτη στρατηγική είναι η αποφυγή άμεσων αντίμετρων και η εστίαση στη διπλωματία, προσπαθώντας να επιτύχει μειώσεις ή εξαιρέσεις στους δασμούς μέσω διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση Τραμπ και παράλληλων νομισματικών παρεμβάσεων. Αν και αυτή η προσέγγιση μπορεί να περιορίσει το βραχυπρόθεσμο οικονομικό κόστος, ενέχει τον κίνδυνο να ερμηνευθεί από τις ΗΠΑ ως ένδειξη αδυναμίας ή ακόμα και υποχώρησης, κάτι που θα μπορούσε να ενθαρρύνει τις ΗΠΑ να απαιτήσουν περαιτέρω παραχωρήσεις, οδηγώντας την ΕΕ σε έναν φαύλο κύκλο εμπορικών πιέσεων.
Η δεύτερη στρατηγική είναι η λήψη στοχευμένων αντίμετρων, παρόμοιων με εκείνα που είχε εφαρμόσει η ΕΕ το 2018, ως αντίδραση στους αμερικανικούς δασμούς στο χάλυβα και το αλουμίνιο. Τα μέτρα αυτά είχαν σχεδιαστεί ώστε να πλήξουν περιοχές που στηρίζουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και την κυβέρνηση Τραμπ. Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις ενδέχεται να εκληφθούν ως διστακτικότητα ή φόβος για κλιμάκωση, προκαλώντας ακόμα πιο επιθετική αντίδραση από την Ουάσινγκτον, όπως συνέβη όταν οι ΗΠΑ απείλησαν με δασμούς 200% στα ευρωπαϊκά οινοπνευματώδη προϊόντα, μετά την επιβολή δασμών στο αμερικανικό ουίσκι. Έτσι, η δεύτερη στρατηγική θεωρείται ανεπαρκής και πιθανώς αδιέξοδη.
Η τρίτη, πιο αποφασιστική επιλογή είναι η εφαρμογή καθολικών και αναλογικών αντίμετρων σε μεγάλο φάσμα αμερικανικών προϊόντων. Η ΕΕ μπορεί να ενεργοποιήσει το Εργαλείο κατά του Οικονομικού Εκβιασμού, το οποίο προβλέπει κλιμάκωση αντίδρασης σε περίπτωση εξωτερικής οικονομικής πίεσης. Αν και αυτή η στρατηγική θα είχε υψηλό άμεσο κόστος, μπορεί να εφαρμοστεί σταδιακά, δίνοντας χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν και να βρουν εναλλακτικές λύσεις. Επιπλέον, είναι δυνατόν να εξαιρεθούν κρίσιμα προϊόντα, όπως φάρμακα και πρώτες ύλες, προκειμένου να προστατευτούν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Η κατάσταση καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική καθώς και άλλες χώρες, με πρωτοπόρο την Κίνα, έχουν αρχίσει να επιβάλλουν αντίμετρα απέναντι στους αμερικανικούς δασμούς. Η Κίνα ήδη αντέτεινε δασμούς 34% σε αμερικανικά προϊόντα, προκαλώντας έναν ντόμινο αντιδράσεων που ενδέχεται να πλήξει σοβαρά την αμερικανική οικονομία.
Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται αμετακίνητος στη νέα του εμπορική στρατηγική, η χαμηλή του δημοτικότητα στον τομέα της οικονομίας ενδέχεται να τον οδηγήσει σε πραγματικό διάλογο. Η ΕΕ καλείται να επιλέξει: να υποχωρήσει άνευ όρων, ελπίζοντας σε μελλοντική επιείκεια από έναν απρόβλεπτο συνομιλητή, ή να αντιδράσει δυναμικά, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας.
Όπως καταλήγει το Bruegel, η υποχώρηση είναι πιθανότερο να ενθαρρύνει περαιτέρω απαιτήσεις. Αν ο στόχος είναι η ταχεία αποκλιμάκωση μιας οικονομικά καταστροφικής σύγκρουσης, η Ευρώπη δεν έχει άλλη επιλογή από το να ρισκάρει την αναμέτρηση.
. . .
Δημοσιεύτηκε ! 2025-04-05 15:58:00