Κόσμος

Η συμμαχία του Τραμπ διαλύεται

Λίγα μέρη προσφέρουν καλύτερη εικόνα για το τι μπορεί να συμβεί στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ από το Τολέδο του Οχάιο, γράφει ο Εconomist. Η βιομηχανική πόλη, τα προάστια της οποίας φτάνουν μέχρι το Μίσιγκαν, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αμφίρροπες μάχες για τη Γερουσία και στην καρδιά της 9ης εκλογικής περιφέρειας του Οχάιο, όπου οι Ρεπουμπλικανοί κινδυνεύουν να χάσουν την έδρα.

Σε ένα μπαρ στα περίχωρα της πόλης, ο 25χρονος εργολάβος οικοδομών Τζέικ Λίνεμπεργκ εξηγεί στον Εconomist γιατί ψήφισε τον Τραμπ το 2024. Του άρεσε το μήνυμα «Πρώτα η Αμερική», όπως και σε πολλούς φίλους του. Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, άλλαξε τη γνώμη του. Τώρα κατηγορεί τον αμερικανό πρόεδρο ότι ξοδεύει δισεκατομμύρια στο εξωτερικό. Ο ίδιος δεν είναι βέβαιος ότι θα ξαναψηφίσει Ρεπουμπλικανούς.

Αυτό ακριβώς το είδος ψηφοφόρου προσπαθεί να εντοπίσει ο Economist, αναλύοντας την αμερικανική εκλογική βάση εν όψει της 3ης Νοεμβρίου. Η ανάλυση βασίζεται σε στατιστική επεξεργασία 58.000 απαντήσεων σε δημοσκοπήσεις της YouGov από τις αρχές του 2026. Δημιουργήθηκε μια βάση δεδομένων με 22 εκατομμύρια προφίλ ψηφοφόρων, τα οποία συνδυάζουν δημογραφικά χαρακτηριστικά και προηγούμενη εκλογική συμπεριφορά. Το συμπέρασμα είναι ότι ο συνασπισμός που έφερε τον Τραμπ ξανά στον Λευκό Οίκο εμφανίζει ήδη σημαντικές ρωγμές.

Για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει, πρέπει να επιστρέψει στο 2024, εξηγεί ο Εconomist. Ο πληθωρισμός είχε εκτοξευθεί στο 9% το 2022, καθώς οι δαπάνες της περιόδου της Covid-19 και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνέβαλαν στην εκτίναξη των τιμών. Για μια κοινωνία συνηθισμένη σε σχετικά προβλέψιμες τιμές, το σοκ ήταν μεγάλο. Παρότι η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται και ο πληθωρισμός υποχώρησε το 2024, οι τιμές παρέμειναν το σημαντικότερο πρόβλημα για τους Αμερικανούς.


Ο Τραμπ εκμεταλλεύτηκε αυτή τη δυσαρέσκεια. Οταν αποδέχθηκε το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών τον Ιούλιο του 2024, υποσχέθηκε ότι με εκείνον στην προεδρία «ο πληθωρισμός θα εξαφανιστεί εντελώς». Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, δυσκολεύονταν να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι μπορούσαν να κυβερνήσουν αποτελεσματικά. Ο 81χρονος Τζο Μπάιντεν δεν έδινε την εικόνα ενός προέδρου που μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης, ενώ η τελευταία αλλαγή με την Κάμαλα Χάρις δεν στάθηκε αρκετή για να ανατρέψει την κατάσταση.

Ο Τραμπ κέρδισε τελικά τη Χάρις με διαφορά μόλις 1,5 ποσοστιαίας μονάδας. Η νίκη του, εκτιμά ο Εconomist, στηρίχθηκε σε έναν εύθραυστο συνασπισμό ψηφοφόρων που ήταν δυσαρεστημένοι με τους Δημοκρατικούς. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι νέοι και οι μειονοτικοί ψηφοφόροι, οι οποίοι ως ομάδες εξακολουθούσαν να κλίνουν προς τη Χάρις, αλλά ψήφισαν Ρεπουμπλικανούς σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι στις προηγούμενες εκλογές.


Ο Τραμπ είχε από παλιά υποστηρίξει ότι μπορεί να κερδίσει ψηφοφόρους που παραδοσιακά απέφευγαν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Το 2015 έλεγε ότι θα κέρδιζε την ψήφο των ισπανόφωνων, ενώ έναν χρόνο αργότερα προέβλεπε ότι θα εξασφάλιζε το 95% της ψήφου των μαύρων. Δεν πλησίασε αυτούς τους στόχους, αλλά τα κέρδη του το 2024 δημιούργησαν την εντύπωση μιας ιστορικής μετατόπισης. Ο ίδιος ο Τραμπ μίλησε για «ιστορική αναδιάταξη» που ένωσε πολίτες διαφορετικής προέλευσης γύρω από την «κοινή λογική».

Τώρα, γράφει ο Εconomist, η τάση φαίνεται να αντιστρέφεται. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αρκετοί από αυτούς τους ψηφοφόρους κινούνται ξανά προς τους Δημοκρατικούς. Και οι πολιτικές του Τραμπ ενδέχεται να επιταχύνουν αυτή τη μετακίνηση. Οι αυξήσεις στις τιμές των αγαθών που καταναλώνουν περισσότερο οι νέοι και οι μειονότητες, κυρίως τρόφιμα και ενέργεια, έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια. Οι δασμοί αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα: το 72% των Αμερικανών θεωρεί ότι έχουν αυξήσει τις τιμές και το 64% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται το ζήτημα. Στους νέους και τους μειονοτικούς ψηφοφόρους τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα, 74% και 71% αντίστοιχα.


Η δημοτικότητα του Τραμπ έχει υποχωρήσει ιδιαίτερα μεταξύ των μαύρων, των ισπανόφωνων και των νεότερων λευκών ψηφοφόρων. Και είναι ακριβώς αυτές οι ομάδες που εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να εγκαταλείψουν τον πρόεδρο στις εκλογές του Νοεμβρίου. Η ανάλυση του Economist υπολογίζει ότι 10% των μαύρων, 7% των ισπανόφωνων και 5% των λευκών κάτω των 30 ετών που ψήφισαν Τραμπ το 2024 δηλώνουν πλέον ότι θα στηρίξουν τους Δημοκρατικούς. Ακόμη και αυτές οι σχετικά μικρές μετακινήσεις μπορεί να αρκούν για να αλλάξει χέρια η Βουλή των Αντιπροσώπων.

Ο πόλεμος με το Ιράν επιδείνωσε την κατάσταση. Ενίσχυσε τις ανησυχίες για τις τιμές και έπληξε περαιτέρω τη δημοτικότητα του προέδρου. Δημοσκόπηση των Economist/YouGov τον Αύγουστο έδειξε ότι το 57% των ψηφοφόρων θεωρεί τον πόλεμο λάθος απόφαση, ενώ μόλις 25% τον θεωρεί σωστό. Ηδη από τον Μάιο, λιγότερο από τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η δημοτικότητα του Τραμπ είχε πέσει στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγράψει η συγκεκριμένη δημοσκόπηση από το 2009.

Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφηκε στους λευκούς μεσήλικες, μια κατηγορία που παραδοσιακά στηρίζει τους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα του προβλήματος για τους Δημοκρατικούς. Οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του Τραμπ δεν μετακινούνται αυτόματα στο αντίπαλο κόμμα. Σύμφωνα με τον Economist, από το περίπου 20% των ψηφοφόρων του Τραμπ που πλέον αποδοκιμάζουν τον πρόεδρο, το ένα τρίτο εξακολουθεί να προτίθεται να ψηφίσει Ρεπουμπλικανούς. Ενα 28% πιθανότατα θα απέχει, ενώ 17% παραμένει αναποφάσιστο. Ανάμεσα σε εκείνους που σκέφτονται να μην ψηφίσουν βρίσκεται και ο Λίνεμπεργκ του Τολέδο.

Αυτό εξηγεί γιατί οι Δημοκρατικοί, παρά τη σημαντική φθορά του Τραμπ, δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμη μια άνετη νίκη. Προηγούνται στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο κατά περίπου οκτώ μονάδες, ενώ η καθαρή δημοτικότητα του προέδρου μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων βρίσκεται 19 μονάδες κάτω από το μηδέν. Η μάχη για τη Γερουσία παραμένει ακόμη δυσκολότερη.

Ο Economist θεωρεί ότι ο έλεγχος της Γερουσίας κρέμεται από μια κλωστή. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τουλάχιστον τέσσερις επιπλέον έδρες, εκ των οποίων τουλάχιστον τρεις σε πολιτείες που ψήφισαν Τραμπ το 2024. Στο Οχάιο, την Αλάσκα και την Αϊόβα θα πρέπει να πείσουν τους ψηφοφόρους που απομακρύνονται από τον Τραμπ αλλά εξακολουθούν να θεωρούν τους Δημοκρατικούς ιδεολογικά ακραίους και ανεπαρκείς σε θέματα όπως η μετανάστευση και το έγκλημα.

Η μάχη, λοιπόν, δεν θα κριθεί μόνο από το πόσοι εγκαταλείπουν τον Τραμπ. Θα κριθεί και από το αν οι Δημοκρατικοί μπορούν να τους πείσουν ότι αποτελούν καλύτερη επιλογή. Ή, όπως συνοψίζει η ανάλυση του Economist, ότι τουλάχιστον δεν είναι τόσο κακοί όσο εκείνος.

Ακολούθησε το . .

Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google




Δημοσιεύτηκε ! 2026-09-21 06:01:00

Back to top button