
Η μάχη για το μέλλον του Ισραήλ
Εδώ και τέσσερα χρόνια, ο Σαλίμ Σλέμπι παρακολουθεί τους ισραηλινούς εποίκους να καταλαμβάνουν διαδοχικά λόφους στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη, καθώς η ακροδεξιά κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου επιβλέπει τη μεγαλύτερη επέκταση οικισμών στην ιστορία των παλαιστινιακών εδαφών. Δεν φανταζόταν, όμως, ότι θα έβλεπε το ίδιο να συμβαίνει και μέσα στο Ισραήλ.
Τον Σεπτέμβριο, μια ομάδα εποίκων έστησε σκηνές και ύψωσε ισραηλινή σημαία σε μια πλαγιά πάνω από τη Ματζντ αλ-Κρουμ, αραβική πόλη στη βόρεια χώρα, όπου ο Σλέμπι είναι δήμαρχος. Η έκταση ανήκει εν μέρει στο Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο και εν μέρει σε άραβες ιδιοκτήτες. Επειτα από μαζικές διαμαρτυρίες των κατοίκων, οι έποικοι αποχώρησαν. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι το Ταμείο είχε επιτρέψει μόνο τη βόσκηση των ζώων στην ιδιοκτησία του. Ο δήμαρχος, ωστόσο, δεν πιστεύει ότι η υπόθεση έχει κλείσει.
Σύμφωνα με τους Financial Times, η εγκατάσταση των εποίκων έγινε λίγες ημέρες αφότου ο ακροδεξιός υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς παρουσίασε σχέδιο για τον «εξεβραϊσμό» της Γαλιλαίας και της Νεγκέβ, δύο περιοχών όπου οι Αραβες αποτελούν την πλειονότητα. Ο ίδιος δήλωσε ότι θα προωθήσει το σχέδιο εφόσον το κόμμα του συμμετάσχει στην επόμενη κυβέρνηση. «Ηταν απολύτως ξεκάθαρο ότι προσπαθούν να μεταφέρουν στη Γαλιλαία όσα κάνουν στη Δυτική Όχθη», λέει ο Σλέμπι. «Δεν έχουν όρια. Είναι θέμα χρόνου να επιστρέψουν».
Το σχέδιο του Σμότριτς, με σύνθημα «Ναι, εξεβραΐζουμε!», αποτελεί μέρος μιας σειράς ακραίων προτάσεων που προβάλλουν τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού ενόψει των εκλογών της Τρίτης 27 Οκτωβρίου. Για πολλούς Ισραηλινούς, πρόκειται για την κρισιμότερη αναμέτρηση στη σχεδόν ογδοντάχρονη ιστορία της χώρας.
Είναι οι πρώτες εκλογές μετά την καταστροφική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Για μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας, σημειώνουν οι FT, η κάλπη θα αποτελέσει απολογισμό εκείνης της ημέρας και των αποτυχιών που προηγήθηκαν. Συγχρόνως, όμως, θα κρίνει δύο ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον του Ισραήλ.
Τον χρόνο πριν από την επίθεση, μια σφοδρή διαμάχη για τον χαρακτήρα του κράτους είχε διχάσει τη χώρα. Από τη μία πλευρά βρισκόταν το εθνικιστικό και θρησκευτικό στρατόπεδο του Νετανιάχου, από την άλλη μια πιο κοσμική και πολιτικά ανομοιογενής αντιπολίτευση. Αυτή η διαχωριστική γραμμή παραμένει καθοριστική. Σύμφωνα με τους FT, οι κυβερνητικοί εταίροι του ισραηλινού πρωθυπουργού προωθούν σήμερα ακόμη πιο ριζοσπαστικές θέσεις, από την απομάκρυνση των Παλαιστινίων από τη Γάζα, έως την επανεκκίνηση της αμφιλεγόμενης δικαστικής μεταρρύθμισης, η οποία είχε προκαλέσει μήνες μαζικών διαδηλώσεων πριν από τον πόλεμο.
Η αντιπολίτευση υπόσχεται να ανατρέψει αυτή την πορεία, καταργώντας και αλλαγές στη δικαιοσύνη που έχουν ήδη νομοθετηθεί. Παράλληλα, δεσμεύεται να τερματίσει την εξαίρεση των υπερορθόδοξων Εβραίων από τη στρατιωτική θητεία και να συγκροτήσει κρατική εξεταστική επιτροπή για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου.
Οι δημοσκοπήσεις, επισημαίνουν οι FT, δείχνουν μάχη στήθος με στήθος. Ούτε το μπλοκ του Νετανιάχου ούτε η αντιπολίτευση, με κεντρικό εκφραστή το κόμμα Γιάσαρ του πρώην στρατηγού Γκάντι Αϊζενκοτ, φαίνεται να εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Η συγκρότηση κυβέρνησης ενδέχεται να απαιτήσει μακρές διαπραγματεύσεις μετά τις εκλογές. Ωστόσο, το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Αφορά την ισραηλινή κοινωνία, τους Παλαιστινίους και τη διεθνή θέση της χώρας, καθώς ακόμη και παραδοσιακοί σύμμαχοι του Ισραήλ απειλούν με κυρώσεις εξαιτίας της πολιτικής της κυβέρνησης στη Δυτική Οχθη.
«Το Ισραήλ κινείται πολιτισμικά και θρησκευτικά προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, και όσοι θέλουν να παραμείνει μια φιλελεύθερη δυτική δημοκρατία, συνδεδεμένη με οικουμενικές αξίες, αισθάνονται ότι απειλούνται», λέει ο ισραηλινός δημοσκόπος Σμούελ Ρόσνερ. «Η επιλογή αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της ταυτότητας του Ισραήλ».
Υπαρξιακές απειλές
Στο επίκεντρο της αναμέτρησης βρίσκεται ο ίδιος ο Νετανιάχου, γράφουν οι FT. Εχει ηγηθεί του Ισραήλ επί 19 από τα τελευταία 30 χρόνια, κυριαρχώντας στην πολιτική σκηνή όσο κανένας άλλος ηγέτης. Παράλληλα, έχει γίνει εξαιρετικά διχαστική προσωπικότητα. Οι κατηγορίες διαφθοράς που αντιμετωπίζει, τις οποίες ο ίδιος αρνείται, καθώς και οι ρήξεις με πρώην συμμάχους του, έχουν περιορίσει τις πολιτικές του επιλογές.
Στις εκλογές του 2022, αφού αρκετά κόμματα αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση υπό την ηγεσία του, επέστρεψε στην εξουσία συμμαχώντας με τους υπερορθόδοξους και δύο από τα πιο ακραία δεξιά κόμματα. Υποσχέθηκε ότι θα κρατούσε ο ίδιος «σταθερά το τιμόνι». Στην πράξη, όμως, η κυβερνητική πολιτική επηρεάστηκε έντονα από τους υπερεθνικιστές εταίρους του.
Οπως επισημαίνουν οι FT, πολλοί θεωρούν πιθανό να επαναληφθεί το ίδιο σκηνικό αν ο συνασπισμός του επανέλθει στην εξουσία. Ο Νετανιάχου παρουσιάζει τις εκλογές ως επιλογή ανάμεσα στη δική του παράταξη, που υπερασπίζεται τα ισραηλινά συμφέροντα, και σε μια αντιπολίτευση που θα υποκύψει στις διεθνείς πιέσεις. Κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν προτείνει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Ωστόσο, το σύνθημα του Λικούντ, του κόμματός του, παρουσιάζει την αναμέτρηση ως ένα απλοϊκό δίλημμα: «Δεξιά ή Παλαιστίνη».
Το Λικούντ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι θα εμποδίσει την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Τον Αύγουστο δεσμεύτηκε ότι, σε περίπτωση επανεκλογής, θα συνεχίσει την «ιστορική δυναμική» των εποικισμών στη Δυτική Οχθη, όπου η κυβέρνηση ενέκρινε περισσότερους από 100 νέους οικισμούς κατά τη διάρκεια της θητείας της. Οι οικισμοί αυτοί, σημειώνουν οι FT, θεωρούνται παράνομοι βάσει του διεθνούς δικαίου.
Οι κυβερνητικοί σύμμαχοι του πρωθυπουργού προχωρούν ακόμη περισσότερο. Τον προηγούμενο μήνα, το ακροδεξιό κόμμα Εβραϊκή Ισχύς, του υπουργού Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, παρουσίασε σχέδιο για την απομάκρυνση 1,86 εκατομμυρίων Παλαιστινίων από τη Γάζα, σχεδόν το 90% του πληθυσμού της, μέσα στα επόμενα επτά χρόνια. Ο Μπεν-Γκβιρ έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για υποκίνηση ρατσισμού κατά των Αράβων.
Δεν είναι ο μόνος. Ο Οφέρ Βίντερ, επικεφαλής ενός νέου δεξιού κόμματος που επιδιώκει να ενταχθεί στον κυβερνητικό συνασπισμό, υποστηρίζει επίσης αυτό που ο ίδιος και ο Μπεν-Γκβιρ αποκαλούν «εθελοντική» μετανάστευση από τη Γάζα. Ο Μοσέ Φέιγκλιν, ακραίος πολιτικός του οποίου το κόμμα Ζεχούτ συμμετέχει σε κοινό εκλογικό ψηφοδέλτιο με τον Σμότριτς, έχει δηλώσει ότι θέλει να δει τη Γάζα «άδεια». «Κατοχή, μεταφορά όλων, όλων των Αράβων. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν μπορούν να μείνουν εκεί μετά από όσα έκαναν», έχει πει στην Jerusalem Post.
Ο Μπεν-Γκβιρ και ο Σμότριτς, σύμφωνα με τους FT, έχουν επίσης υποστηρίξει ότι το Ισραήλ πρέπει να «ενθαρρύνει» την αποχώρηση Παλαιστινίων από τη Δυτική Οχθη. Ο Σμότριτς, που εδώ και χρόνια τάσσεται υπέρ της προσάρτησής της, πρότεινε τον περασμένο μήνα να προσαρτηθεί και το μεγαλύτερο μέρος της Γάζας που ήδη ελέγχει το Ισραήλ, καθώς και εδάφη μέχρι τον ποταμό Λιτάνι στον νότιο Λίβανο.
Για ένα αυξανόμενο τμήμα των δεξιών Ισραηλινών, τέτοιες θέσεις αποτελούν λόγο ψήφου. «Υπάρχουν πολλά μέρη στο Ισραήλ που μας ανήκουν, αλλά οι Αραβες ισχυρίζονται ότι είναι δικά τους», λέει στους FT ο 32χρονος Γιόσεφ, ιδιοκτήτης δύο πάγκων στην αγορά Μαχάνε Γεχούντα της Ιερουσαλήμ, ο οποίος σκοπεύει να ψηφίσει τον Μπεν-Γκβιρ. «Αν θέλουμε να νικήσουμε, πρέπει να πάρουμε πίσω όσα μας ανήκουν».
Για τους άραβες πολίτες του Ισραήλ, που αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά και για τους πιο αριστερούς Εβραίους, η κανονικοποίηση ιδεών όπως η μεταφορά πληθυσμών, οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητες, είναι τρομακτική. «Πρόκειται για πολιτικές εξόντωσης», λέει η παλαιστινιοϊσραηλινή δικηγόρος και αναλύτρια Νταϊάνα Μπούτου. «Είναι υπαρξιακό ζήτημα».
Οι διεθνείς συνέπειες είναι επίσης σημαντικές. Η Βρετανία, η Γαλλία, ο Καναδάς, η Ισπανία και η Ολλανδία έχουν ανακοινώσει ή ήδη επιβάλει κυρώσεις σε προϊόντα από ισραηλινούς οικισμούς, διαμαρτυρόμενες για την επέκτασή τους και για την αποτυχία της κυβέρνησης να περιορίσει τις επιθέσεις εποίκων εναντίον Παλαιστινίων. Ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ χαρακτήρισε πρόσφατα την πολιτική του Ισραήλ «εθνοκάθαρση».
Ανώτερο στέλεχος της ισραηλινής αντιπολίτευσης προειδοποιεί, σύμφωνα με τους FT, ότι ακόμη και χώρες που μέχρι σήμερα συγκρατούνταν ενδέχεται να προχωρήσουν σε κάθε είδους κυρώσεις αν η κυβέρνηση παραμείνει στην εξουσία για άλλα τρία ή τέσσερα χρόνια. «Το επιχείρημα ότι υπάρχει μια εναλλακτική, ένα διαφορετικό Ισραήλ, καταρρέει αν δεν μπορέσουμε να αντικαταστήσουμε αυτή την κυβέρνηση».
Οι δύο πλευρές του διχασμού
Για πολλούς ψηφοφόρους, τα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής είναι εξίσου καθοριστικά. Το πιο άμεσο ερώτημα είναι αν θα συγκροτηθεί επιτέλους κρατική εξεταστική επιτροπή για τις αποτυχίες που επέτρεψαν στην επίθεση της Χαμάς να εξελιχθεί στη χειρότερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία του Ισραήλ. Ο Νετανιάχου και οι σύμμαχοί του, υπό την κυβέρνηση των οποίων συνέβη η καταστροφή, αρνούνται σταθερά τη σύσταση τέτοιας επιτροπής. Η αντιπολίτευση υπόσχεται ότι θα το κάνει αμέσως μόλις αναλάβει την εξουσία.
Δύο άλλα ζητήματα, γράφουν οι FT, ενδέχεται να έχουν ακόμη βαθύτερες συνέπειες: η επανεκκίνηση της δικαστικής μεταρρύθμισης και ο τερματισμός της εξαίρεσης των υπερορθόδοξων από τη στρατιωτική θητεία.
Πριν ο πόλεμος στη Γάζα κυριαρχήσει στην επικαιρότητα, η προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει τις εξουσίες της δικαιοσύνης ήταν το βασικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Για τη Δεξιά, η μεταρρύθμιση αποτελούσε αναγκαία διόρθωση της υπερβολικής εξουσίας των δικαστών. Οι αντίπαλοί της έβλεπαν μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των ήδη περιορισμένων θεσμικών ελέγχων και επιβολής των θρησκευτικών και εθνικιστικών αντιλήψεων των κυβερνητικών συμμάχων στην κοινωνία.
Οι μαζικές διαδηλώσεις και η έναρξη του πολέμου πάγωσαν το σχέδιο. Τώρα, όμως, το κόμμα του Σμότριτς και η Εβραϊκή Ισχύς προτείνουν την επαναφορά του, με μέτρα όπως η δυνατότητα της Κνεσέτ να παρακάμπτει αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο περιορισμός της πρόσβασης σε αυτό και η απομάκρυνση της γενικής εισαγγελέως, ενός από τα βασικά αντίβαρα στην κυβερνητική εξουσία, με παράλληλο διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων της.
Οι προτάσεις, παρατηρούν οι FT, είναι πιο ριζοσπαστικές από τις περιορισμένες αλλαγές που κατάφερε να περάσει η κυβέρνηση στην προηγούμενη θητεία της. Επιπλέον, μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια πρόκειται να διοριστούν έως και δέκα νέοι δικαστές στο δεκαπενταμελές Ανώτατο Δικαστήριο. Επομένως, η επόμενη κυβέρνηση θα μπορούσε να διαμορφώσει τον πολιτικό συσχετισμό του για πολλά χρόνια.
Ο Γιοχανάν Πλέσνερ, επικεφαλής του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, προειδοποιεί ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν σχεδόν όλη την κυβερνητική εξουσία στα χέρια της πολιτικής πλειοψηφίας, με ελάχιστους περιορισμούς. «Θα διαμορφώσουν τη φύση της ισραηλινής δημοκρατίας για πολλά χρόνια», λέει στους FT. Ο υποψήφιος της αριστερής παράταξης Δημοκράτες, Γιάγια Φινκ, είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Αν χάσουμε, το Ισραήλ θα πάψει να είναι δημοκρατική χώρα».
Η δεύτερη μεγάλη σύγκρουση αφορά τη θέση της ταχύτερα αναπτυσσόμενης πληθυσμιακής ομάδας της χώρας, των υπερορθόδοξων Εβραίων, γνωστών ως Χαρεντίμ. Η εξαίρεσή τους από τη στρατιωτική θητεία προέρχεται από συμφωνία του 1948 μεταξύ του ιδρυτή του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν, και της υπερορθόδοξης κοινότητας. Εδώ και δεκαετίες προκαλεί δυσαρέσκεια σε άλλους εβραίους πολίτες. Ο πόλεμος στη Γάζα, η μεγαλύτερη σε διάρκεια σύγκρουση στην ιστορία της χώρας, και η εξάρτηση του στρατού από τους εφέδρους έφεραν το ζήτημα στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Τα δύο υπερορθόδοξα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, Σας και Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά, δήλωσαν ότι δεν θα συμμετάσχουν σε νέα κυβέρνηση με τον Νετανιάχου αν δεν κατοχυρωθεί νομοθετικά η εξαίρεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει το 2024 ότι η υφιστάμενη ρύθμιση δεν είχε νομική βάση.
Η αντιπολίτευση θέτει ως προτεραιότητα την ένταξη των Χαρεντίμ στον στρατό, προτείνοντας κυρώσεις για όσους αρνούνται να υπηρετήσουν: από την απώλεια επιδομάτων μέχρι την αφαίρεση του δικαιώματος ταξιδιού και ψήφου. Ορισμένα κόμματα, όπως το Γιάσαρ, ζητούν ακόμη και ποινικές διώξεις για όσους αποφεύγουν τη στράτευση.
Για τον επικεφαλής του Σας, Αριέ Ντερί, η εκλογική αναμέτρηση είναι επιλογή ανάμεσα στην εβραϊκή παράδοση και «στην εξουσία της γενικής εισαγγελέως, που προσπαθεί να σβήσει κάθε σπίθα της Τορά και του Ιουδαϊσμού». «Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος», έγραψε στην πλατφόρμα X.
Ο Ρόσνερ λέει στους FT ότι η αίσθηση του επείγοντος είναι ακόμη μεγαλύτερη στους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς. Λόγω της υψηλής γεννητικότητας, οι υπερορθόδοξοι αναμένεται να αυξηθούν από το ένα όγδοο του πληθυσμού σήμερα στο ένα τέταρτο έως το 2050. «Υπάρχει η συνειδητοποίηση ότι το αντίπαλο στρατόπεδο μεγαλώνει και ίσως σε δέκα χρόνια να είναι τόσο μεγάλο, ώστε να μην μπορεί να ηττηθεί εκλογικά», λέει. Η ανησυχία αφορά τόσο τη στρατιωτική θητεία όσο και την ευρύτερη μετατόπιση της χώρας προς τα δεξιά. Γι’ αυτό, προσθέτει, πολλοί Ισραηλινοί επιστρέφουν από το εξωτερικό για να ψηφίσουν.
Προς το παρόν, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ούτε οι ψηφοφόροι που επιστρέφουν αρκούν για να ανατρέψουν τις ισορροπίες. Και τα δύο βασικά μπλοκ αναμένεται να απέχουν από τις 61 έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Παράλληλα, σημαντικοί παράγοντες και στις δύο πλευρές αποκλείουν συνεργασία με τα αραβικά κόμματα του Ισραήλ, η οποία θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Ο πρόεδρος της χώρας, Ισαάκ Χέρτζογκ, ο οποίος θα επιβλέψει τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, έχει δηλώσει ότι θέλει να αποφευχθεί ένας νέος κύκλος επαναλαμβανόμενων εκλογών, όπως εκείνος της περιόδου 2019-2021.
Ωστόσο, το βασικό δίλημμα δεν θα εξαφανιστεί ακόμη κι αν η κάλπη δεν δώσει οριστική απάντηση. «Οι εκλογές έχουν τεράστια σημασία, είναι οι σημαντικότερες της ζωής μας», λέει στέλεχος της αντιπολίτευσης στους FT. «Ακόμη κι αν δεν κριθεί το αποτέλεσμα την ημέρα των εκλογών, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα υπάρξει κατάληξη. Και η επιλογή θα είναι δραματική».
Ακολούθησε το . .
Πρόσθεσε το . ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-22 15:45:00
