
Γαλλία: Η Νο2 οικονομία της ευρωζώνης αυξάνει το κόστος δανεισμού και κλονίζει την πιστοληπτική αξιοπιστία του μπλοκ
Οκτώ χρόνια μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Εμμανουέλ Μακρόν, η οικονομία της Γαλλίας παραπαίει, καθώς έχει τις ίδιες δαπάνες, λιγότερα έσοδα και 17 μονάδες περισσότερο χρέος, καταλαμβάνοντας την 153η θέση ανάμεσα σε 165 χώρες ως προς το μέγεθος του κράτους και την τελευταία μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα.
Το υπερβολικά μεγάλο μέγεθος του κρατικού μηχανισμού αποτελεί το κύριο πρόβλημα της γαλλικής οικονομίας, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) για την οικονομική πολιτική στη Γαλλία με αφορμή της πρόσφατες διαδηλώσεις που εκδηλώθηκαν στη χώρα.
Το γαλλικό κράτος απορροφά το 57,2% του ΑΕΠ της χώρας, δηλαδή 7,4 μονάδες περισσότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Αντίστοιχα, η Γαλλία καταγράφει ελλείμματα και δανείζεται για 52 συνεχόμενα χρόνια, από το 1974 μέχρι σήμερα, ενώ το δημόσιο χρέος της ξεπερνά πλέον το 115% του ΑΕΠ.
Η ανάλυση, την οποία υπογράφει ο βοηθός ερευνών του ΚΕΦΙΜ Χρήστος Λούκας, καλύπτει την περίοδο από το 2009 έως το 2025, με έτος αναφοράς το 2017, όταν ο Εμμανουέλ Μακρόν ανέλαβε την προεδρία, στους βασικούς τομείς της δημοσιονομικής και ρυθμιστικής πολιτικής.
Τα στοιχεία που αξιοποιεί είναι της Eurostat, του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ, της Banque de France, του Fraser Institute και του Tax Foundation, και εξετάζει κατά πόσο η περίοδος Μακρόν οδήγησε πράγματι σε φιλελευθεροποίηση της γαλλικής οικονομίας.
Η γαλλική οικονομική πολιτική
Η οικονομική πολιτική της Γαλλίας μας αφορά όλους, καθώς ως η Νο2 οικονομία της ευρωζώνης επηρεάζει την οικονομίες και των υπόλοιπων κρατών μελών, γιατί:
- Αφορά τη σταθερότητα της ευρωζώνης. Η Γαλλία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης και ένα έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ με χρέος που αυξάνεται συνεχώς επηρεάζει το κόστος δανεισμού, την πιστοληπτική αξιοπιστία και τη συνοχή του κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου, μέσα στο οποίο λειτουργεί και η ελληνική οικονομία.
- Αφορά τη συζήτηση για το μέγεθος του κράτους. Η γαλλική εμπειρία δείχνει ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις χωρίς αντίστοιχη περικοπή δαπανών δεν αποτελούν φιλελεύθερη πολιτική, αλλά δημοσιονομική επέκταση με δανεισμό, το κόστος της οποίας μεταφέρεται στις επόμενες γενιές.
- Αφορά τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική δυσφορία και τον λαϊκισμό. Η απόσταση ανάμεσα στην υψηλή φορολογική επιβάρυνση και τις ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες τροφοδοτεί την πολιτική αμφισβήτηση, με τη Γαλλία να καταγράφει 43% εκλογική υποστήριξη σε λαϊκιστικά και αυταρχικά κόμματα στον Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού 2026.
- Διορθώνει ένα διαδεδομένο αφήγημα. Ο Μακρόν παρουσιάζεται ως ο πρόεδρος που εφάρμοσε πολιτικές λιτότητας και περιόρισε τον ρόλο του κράτους, ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι οι δαπάνες έμειναν στα ίδια επίπεδα, το χρέος αυξήθηκε και η Γαλλία παραμένει μία από τις πιο κρατικοκεντρικές οικονομίες της Ευρώπης.
Το μέγεθος του κράτους
Το κύριο πρόβλημα της γαλλικής οικονομίας είναι το μέγεθος του κράτους. Το γαλλικό κράτος παρουσιάζει ελλείμματα και αναγκάζεται να δανείζεται για 52 συνεχόμενα χρόνια, από το 1974 μέχρι σήμερα.
Οι δημόσιες δαπάνες παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες. Ο Εμμανουέλ Μακρόν παρέλαβε το 2017 ένα κράτος που δαπανούσε το 57,7% του ΑΕΠ, και το 2025 οι δαπάνες βρίσκονται στο 57,2%, δηλαδή 7,4 μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (49,8%). Η Γαλλία έχει τον υψηλότερο λόγο δαπανών προς ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν συνοδεύτηκαν από περικοπές δαπανών. Τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκαν από το 54,3% του ΑΕΠ το 2017 στο 52,1%, με τη μείωση του φόρου εταιρειών από το 33% στο 25% και την αντικατάσταση του φόρου περιουσίας, ωστόσο το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε με δανεισμό. Οι Γάλλοι εξακολουθούν να πληρώνουν φόρους και εισφορές που αντιστοιχούν στο 43,5% του ΑΕΠ, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ μετά τη Δανία.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας αυξήθηκε από το 98,8% του ΑΕΠ το 2017 στο 115,6% το 2025, δηλαδή κατά 16,8 μονάδες, την ίδια στιγμή που στην ευρωζώνη η αύξηση ήταν μόλις 0,3 μονάδες. Το έλλειμμα του 2025 έφτασε το 5,1% του ΑΕΠ, πολύ πάνω από το όριο του 3%, και το ΔΝΤ το τοποθετεί μεσοπρόθεσμα περίπου στο 6%.
Στον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας του Fraser Institute η χώρα βρίσκεται στην 39η θέση ανάμεσα σε 165 χώρες όσον αφρά στην οικονομική ελευθερία, ενώ στο μέγεθος του κράτους καταλαμβάνει την 153η θέση, από την 146η το 2017.
Οι τρεις τομείς που ελέγχει η εθνική κυβέρνηση, το μέγεθος του κράτους, το νομικό σύστημα και η ρύθμιση των αγορών έχασαν θέσεις, ενώ οι βελτιώσεις εντοπίζονται στο υγιές νόμισμα και στο διεθνές εμπόριο, εκεί δηλαδή όπου η πολιτική ασκείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η Γαλλία έχει το λιγότερο ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα στον ΟΟΣΑ, στην 38η και τελευταία θέση στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026, παρά τη μείωση του εταιρικού συντελεστή. Ο συνολικός ανώτατος συντελεστής φόρου εταιρειών φτάνει το 36,1%, ο υψηλότερος στον ΟΟΣΑ, λόγω των πρόσθετων φόρων και των φόρων επί της παραγωγής.
Το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης από την ευρωζώνη εξηγείται από την κοινωνική προστασία, όπου η Γαλλία δαπανά το 32,2% του ΑΕΠ έναντι 27,2%. Στις συντάξεις η διαφορά φτάνει τις 2,2 μονάδες και αποδίδεται κυρίως στη χαμηλότερη πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης, ενώ η δημογραφία της Γαλλίας είναι στην πραγματικότητα ευνοϊκότερη από αυτή της Γερμανίας και της Ιταλίας.
Η χρηματοδότηση στην εκπαίδευση
Στην εκπαίδευση, από όπου ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις, το κράτος δαπανά το 5,1% του ΑΕΠ, περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27 (4,7%). Ωστόσο, το πρόβλημα είναι η κατανομή της χρηματοδότησης, καθώς το 32% των πιστώσεων του υπουργείου Εθνικής Παιδείας απορροφάται από τις συνταξιοδοτικές εισφορές, το υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα στα υπουργεία, και δεν φτάνει ποτέ στις σχολικές αίθουσες.
Η οικονομική δυσφορία τροφοδοτεί τον λαϊκισμό. Η Γαλλία καταγράφει 43% στον Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού 2026, ενώ οι ακραίες δυνάμεις της Λεπέν και του Μελανσόν υπόσχονται ως λύση την περαιτέρω επέκταση ενός ήδη υπερχρεωμένου κράτους, εγκλωβίζοντας τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο νέων υποσχέσεων και νέων ελλειμμάτων.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, η Γαλλία δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο πού οδηγεί η αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ένα κράτος που απορροφά περισσότερο από το μισό του εθνικού εισοδήματος, δανείζεται για πάνω από μισό αιώνα και παρ’ όλα αυτά δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τους πολίτες του, αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κράτος τους διαχειρίζεται. Η μείωση των φόρων είναι απαραίτητη, δεν αρκεί όμως αν δεν συνοδεύεται από τον περιορισμό των μη αποτελεσματικών δαπανών και από ένα ασφαλιστικό σύστημα που μπορεί να χρηματοδοτείται χωρίς να μεταφέρει το βάρος στις επόμενες γενιές.
Δημοσιεύτηκε ! 2026-10-30 07:10:00
